18 Ιουλίου 2010

Nunta Mută (Silent Wedding) review

afis_nuntamutaΤο πλατύ κοινό, όταν ακούει Βαλκανικός κινηματογράφος, αμέσως σου έρχονται στο μυαλό οι τσιγγάνοι του Kusturica, τα χάλκινα του Bregovic και λίγο από Σωτήρη Γκορίτσα. Ελάχιστοι έχουν παρακολουθήσει κάποια ταινία από άλλη βαλκανική χώρα και ιδιαίτερα από τη Ρουμανία η οποία ξέραμε ότι χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από, συνήθως, low budget αμερικάνικες παραγωγές ως filming location ταινιών με “ιδιαίτερες” σκηνικές απαιτήσεις, κάτι σαν την Τσεχία των φτωχών. Το Nunta Mută, όμως δείχνει ότι η Ρουμανία μπορεί να κάνει αξιόλογες ταινίες αξιοποιώντας τη πρόσφατη ιστορία της, ουσιαστικά με πενιχρά μέσα.canonEOS 003_20081027102836

Ο ΣΣΣΣ…Σιωπηλός Γάμος ξεκινάει με μια ομάδα κινηματογραφιστών που γυρνάει τη χώρα ψάχνοντας για περίεργες ιστορίες ώστε να τις καταγράψει για τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ. Έτσι βρίσκονται σε μια περιοχή όπου τώρα βρίσκεται ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο αλλά παλιότερα βρισκόταν ένα χωριό και ο δήμαρχος Gogonea τους περιγράφει πως και γιατί το χωριό έγινε εργοστάσιο και σήμερα προσπαθούν να το ξανακάνουν χωριό. Στη δεκαετία του ‘50 ήταν ένα κλασσικό χωριό με τα καθημερινά του προβλήματα αλλά και τους τρελάρες κατοίκους του. Ο παλαβιάρης δάσκαλος- εφευρέτης που την έχει δει Leonardo DaVinci κυκλοφορώντας με μηχανικά φτερά, το καφενείο όπου συζητιούνται τα πάντα όλα, ο κουμουνιστής δήμαρχος που προσπαθεί να εγγράψει τους χωριανούς στο κόμμα, η πουτάνα που παρακολουθεί τα πάντα και το ζευγαράκι που βγάζει τα μάτια του όπου σταθεί και όπου βρεθεί. Το συγκεκριμένο ζευγαράκι λοιπόν, αποφασίζει να παντρευτεί αλλά έχουν την ατυχία τη μέρα του γάμου τους να πεθάνει ο Στάλιν και να απαγορευτεί κάθε είδους εκδήλωση, θόρυβος, ακόμα και το γέλιο για μια εβδομάδα. Φυσικά οι ετοιμασίες για το γλέντι δε μπορούσαν να αντέξουν μια βδομάδα και οι παμπόνηροι χωριάτες βρίσκουν τον τρόπο να κάνουν ένα σιωπηλό γάμο.

Το Silent Wedding, είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος συνδυασμός σεξο-φαρσοκωμωδίας, με εμφανή tributes στις βουβές φάρσες του ‘20 και του ‘30 αλλά και την ανελέητη αθώα βωμολοχία και σεξομανία των νεότερων αλλά και παλιότερων slapsticks, ηθογραφικό δράμα της ρουμάνικης κοινωνίας του ‘50 παρουσιάζοντας με χιούμορ αλλά και σκληρότητα τις καθημερινές δυσκολίες αλλά και την ουσιαστική κατοχή από τη κουμουνιστική Ρωσία. Και όλα αυτά χωρίς να γίνει μαύρη κωμωδία μιας και δεν μπερδεύει τα είδη αλλά τα ξεχωρίζει με προφανή σκοπό την κωμικοτραγική κριτική του κουμουνιστικού καθεστώτος. Nunta-Rusu 011

Το μεγάλο πρόβλημα του Σιωπηλού γάμου είναι η στατική ιστορία. Παρά τη μικρή της διάρκεια, δε μπορώ να πω ότι αυτή περνάει τόσο εύκολα αφού είναι εμφανές ότι ολόκληρη η ταινία βασίζεται στο concept, ζευγαράκι βγάζει τα μάτια του όπου σταθεί και όπου βρεθεί- ζευγαράκι παντρεύεται- Στάλιν πεθαίνει- σιωπηλός γάμος, με όλα τα ανάμεσα γεγονότα να είναι μια παρωδιακή καταγραφή των καθημερινών καταστάσεων μιας τέτοιας κοινωνίας όπως η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος, το τσίρκο με τα φρικιά που έρχεται για παράσταση στο χωριό και τις πολιτικοκοινωνικές συζητήσεις στο καφενείο. Με άλλα λόγια, η πρώτη ώρα παρά τα μερικά πετυχημένα αστεία όπως τα ξεκαρδιστικό σεξ μέσα στη ταΐστρα των ζώων, δεν έχει να προσφέρει κάτι σεναριακά, παρά μόνο καταφέρνει να στήσει την ατμόσφαιρά για το τι θα επακολουθήσει. Αντίθετα, το τελευταίο εικοσάλεπτο οπότε λαμβάνει χώρα ο σιωπηλός γάμος είναι απολαυστικότατο, με ξεκαρδιστικές ιδέες όπως τους τσιγγάνους που παίζουν βουβή μουσική και τον γέρο με Parkinson που χτυπάει ανελέητα το πιρούνι στο τραπέζι, μέχρι και τη μύγα που μεσ’ την ησυχία τραβάει τα βλέμματα των παρευρισκομένων.

Η ταινία του Horatiu Malaele είναι μια εξαιρετική εναλλακτική στην ελαφρώς εκνευριστική σταθερότητα-στασιμότητα του Kusturica με εξαιρετικά στοιχεία από ταινίες slapstick, βουβές, σεξοκωμωδίες μέχρι και μεταπολεμικά δράματα. Η πολύ καλή μουσική του Alexandru Andries δίνει την απαραίτητη ένταση στην άκρως ικανοποιητική σκηνοθεσία αλλά η ουσιαστική έλλειψη πλοκής, παρά μόνο η ύπαρξη δύο-τριών ιδεών που προσπαθούν τραβηχτούν από τα μαλλιά για να ολοκληρωθούν τα μόλις 87 λεπτά της, χαλάνε τη γενική εικόνα παρά το απολαυστικότατο τελευταίο μισάωρο.

 

6,5/10

 

11 Ιουλίου 2010

The Cry of the Owl review

cry of the owlΠριν από μερικά χρόνια, η αμερικανίδα συγγραφέας Patricia Highsmith έγινε παγκοσμίως γνωστή στο κινηματογραφόφιλο κοινό με τη μεγάλη επιτυχία του Ταλαντούχου κυρίου Ripley έστω και αν η κινηματογραφική καριέρα των βιβλίων της ξεκίνησε πριν από 60 χρόνια όταν ο Alfred Hitchcock έφερε στη μεγάλη οθόνη το Strangers on a Train. Από τότε πάνω από 30 ταινίες και τηλεοπτικές σειρές έχουν βασιστεί στα έργα της μεταξύ των οποίων και ο Αμερικάνος Φίλος του Wim Wenders (που άλλωστε βασίζεται και αυτό στο παιχνίδι του Ripley), μέχρι το 1999, να γίνει γνωστή σε όλους μας. Φέτος λοιπόν ήρθε η μεταφορά του βιβλίου της The Cry of the Owl (δέυτερη σε σειρά, πρώτη αγγλόφωνη) σε Γερμανοκαναδική συμπαραγωγή με πρωταγωνιστές τους Paddy Considine και Julia Stiles. image

Ο Robert Forrester μόλις έχει χωρίσει με τη γυναίκα του και αφήνει πίσω τη μεγαλούπολη για να ζήσει σε μια μικρή πόλη της Pennsylvania. Η ψυχολογία του μετά το διαζύγιο δεν είναι και η καλύτερη αλλά και το ψυχιατρικό ιστορικό του δείχνουν σημάδια ότι κάτι δε πάει καλά στο μυαλό του πανέξυπνου και επαγγελματικά επιτυχημένου άνδρα. Ο Robert, κάθε βράδυ πηγαίνει έξω από ένα απομακρυσμένο σπίτι και παρακολουθεί από κοντινή απόσταση και με το φόβο να γίνει αντιληπτός, την Jenny, μια νεαρή κοπέλα και την απλή ζωή της με τον φίλο της Greg. Όταν ο Robert γίνεται αντιληπτός από τη Jenny, αυτός φοβισμένος προσπαθεί να δικαιολογηθεί αλλά αυτή αντί να καλέσει την αστυνομία, τον καλεί στο σπίτι της. Από εκείνη τη στιγμή ένα παιχνίδι, “ποιός είναι ο πιο τρελός” ξεκινάει για τον Robert που βρίσκεται μπλεγμένος σε μια κατάσταση πλημυρισμένη από ψυχοπάθεια, φόνους και μυστήριο με τον Robert να προσπαθεί να ξεμπλέξει. image

Το Cry of the Owl, είναι πολυθεματικό μιας και στο πρώτο μισό της ιστορίας παίζει το παιχνίδι της τρέλας, με τον θύτη να γίνεται θύμα και τον θεατή να αναρωτιέται ποιος είναι ο πιο τρελός, ενώ στη συνέχεια, χωρίς να αλλάξει το ύφος και η ατμόσφαιρα, η ταινία γίνεται ένα αστυνομικό neo-noir με αρκετές, όμως, απιθανότητες που χαλάνε την ατμόσφαιρα. Και τα δύο μέρη της ταινίας, πάρα το ωραίο story μαστίζονται από την εκνευριστικά αργή πλοκή και το κακογραμμένο σενάριο. Ειδικά το πρώτο μέρος είναι τόσο αργό που σε αναγκάζει να κοιτάς το ρολόι σου κάθε λεπτό ελπίζοντας να έχει περάσει ένα πεντάλεπτο αλλά απογοητεύεσαι. Το δεύτερο, έχει πολύ περισσότερη ιστορία και πλοκή, πολύ πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αν και στους ίδιους αργούς ρυθμούς αλλά οι απιθανότητες και τα πολλά αναπάντητα ερωτήματα σε βασικά θέματα δεν αφήνουν τον πήχη να ανέβει.

Η υποβλητική ατμόσφαιρα και το πολύ ενδιαφέρον κεντρικό story, σε συνδυασμό με τις πολύ καλές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, και ειδικά της Julia Stiles, δε φτάνουν για να βγάλουν τη ταινία του Jamie Thraves από τη μετριότητα που το ρίχνουν ο απελπιστικά αργός ρυθμός, το κακογραμμένο σενάριο και η απαστράπτουσα δια της απουσίας της, μουσική του Jeff Danna.

 

5/10

 

5 Ιουλίου 2010

Hot Tub Time Machine review

hot_tub_time_machineΟι χρυσές μέρες των, σχεδόν αποκλειστικά, αμερικανοστοχευθέντων κωμωδιών συνεχίζεται με τη νέα ταινία του Steve Pink, σκηνοθέτη του “κολεγιακού” Accepted.

Τρεις μεσήλικες που κάποτε ήταν κολλητοί φίλοι αλλά με το καιρό χάθηκαν, αναγκάστηκαν να ξαναβρεθούν όταν ένας από αυτούς παραλίγο να αυτοκτονήσει (κατά λάθος;). Μην έχοντας κανέναν άλλον στη ζωή του, αναλαμβάνουν οι φίλοι του να του φτιάξουν το κέφι και μαζί με τον 20χρονο geek ανιψιό ενός των τριών, πηγαίνουν σε ένα θέρετρο που διασκέδασαν με τη ψυχή του στα νιάτα τους. Μόνο που το θέρετρο μετά από 20 χρόνια έχει σχεδόν εγκαταλειφτεί. Μην έχοντας να κάνουν κάτι καλύτερο, μπαίνουν στο παλιό τζακούζι και το ρίχνουν στο πιοτό. Κάτι συμβαίνει και ξυπνάνε, 20 χρόνια πριν! Πως βρεθήκαν εκεί, τι πρέπει να κάνουν για να γυρίσουν αλλά και ταυτόχρονα να μη καταστρέψουν το μέλλον κάνοντας κάποια βλακεία στο παρελθόν, όπως και ποιός είναι ο περίεργος μάστορας που είπε ότι ήρθε να φτιάξει το τζακούζι, μένει να τα μάθουν στη πορεία… hot_tub_time_machine01

Ακόμα μια κωμωδία που δε καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις; Ναι και όχι, αφού δυστυχώς κατάφερα να γελάσω μόλις 1-2 φορές σε όλη τη διάρκεια αλλά ταυτόχρονα δεν ένοιωσα να προσβάλλει τη νοημοσύνη μου όπως τόσες άλλες. Έξυπνο σενάριο παρά το αλλοπρόσαλλο concept που εξετάζει το what if scenario, χωρίς να πλασάρει κάποιο φτηνιάρικο, επιτηδευμένο ηθικό δίδαγμα αλλά απλά διασκεδάζει με την ανόητη αθωότητα του. Έξυπνη παρουσίαση των ‘80s χωρίς να τα ξεφτιλίζει, με πολύ καλό soundtrack εποχής μεταξύ των οποίων INXS, Salt-N-Pepa, David Bowie, Mötley Crüe αλλά και μερικά καινούρια τραγούδια ενσωματωμένα με διασκεδαστικότατο τρόπο από Enrique Iglesias και Black Eyes Peas.

Οι τετράδα των ιδιαίτερα ταλαντούχων πρωταγωνιστών John Cusack, Craig Robinson, Rob Corddry και Clark Duke μαζί με τις πανέμορφες θηλυκές παρουσίες των Lyndsy Fonseca και Lizzy Caplan αλλά και τους μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους των Chevy Chase και Crispin Glover δίνουν πραγματικά ότι μπορούν αλλά όσο και να προσπαθούν, η ιστορία είναι ουσιαστικά τόσο μικρή που θα βαρεθείτε αρκετές φορές, έστω και όχι σε βαθμό ώστε να επιθυμείτε διακαώς να το παρατήσετε.

hot_tub_time_machine10

Μερικές αστείες ατάκες, ένα παλαβιάρικο σενάριο χωρίς όμως ιδιαίτερη εξυπνάδα, και μόλις πέρασε άλλο ένα σχετικά εύκολο 90λεπτο που μικρή διαφορά θα μου έκανε και να μην το έβλεπα.

 

5,5/10

 

2 Ιουλίου 2010

Ondine review

ondineΌταν πριν αρκετούς μήνες είχα δει το trailer μιας ταινίας που δεν είχα ξανακούσει, είχα ενθουσιαστεί τόσο που περίμενα το Ondine με μεγάλη ανυπομονησία. Ήμουν τόσο πεπεισμένος για την ποιότητά της…κρίμα γιατί οι δημιουργοί της έκαναν τα πάντα για να με απογοητεύσουν.

Βρισκόμαστε σε ένα μικρό ψαροχώρι της Ιρλανδίας, ο Syracuse είναι ένας ψαράς που δεν έχει την εκτίμηση των συμπολιτών του, αφού όλοι τον φωνάζουν Circus λόγω της τραγικής κατάστασης που βρισκόταν όντας αλκοολικός, αλλά νηφάλιος εδώ και δύο χρόνια. Με μικρές ψαριές και ζώντας σε μια καλύβα έχει καταφέρει να μείνει νηφάλιος για χάρη της κόρης του που πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια και χρειάζεται συχνές αιμοκαθάρσεις και αφού η πρώην γυναίκα του είναι ακόμα σε μια συνεχή μέθη, ο Syracuse έπρεπε να είναι νηφάλιος για να βρίσκεται δίπλα της όταν αυτή τον χρειαστεί. Σε μια ψαριά του, βρίσκει στα δίχτυα του μια γυναίκα. Η γυναίκα κρύβεται από όλους, δε ξέρει το όνομά της και δε θέλει να τη δει κανείς. Ο Syracuse διηγείται την ιστορία του στη κόρη του και του λέει ότι η γυναίκα είναι μια Selkie, κάτι σαν γοργόνα της Ιρλανδικής μυθολογίας. Ο φόβος της Ondine σιγά σιγά μειώνεται, βγαίνει στη στεριά και όλοι τη φωνάζουν, το πλάσμα της θάλασσας. Μέχρι που ένας άντρας αρχίζει να τη ψάχνει. Είναι ο Selkie σύζυγος που αναφέρει η μυθολογία ή κάποιος άλλος… ondine08

Τι είναι το Ondine, ένα παραμύθι σε ρεαλιστικό περιβάλλον ή ένα ρομαντικό δράμα με στοιχεία παραμυθιού. Και τα δύο και τίποτα από τα δύο. Το σκηνικό σε συνδυασμό με τις υποιστορίες είναι υπερβολικά ρεαλιστικό για να ταιριάξει το παραμύθι της γοργόνας ενώ ταυτόχρονα ο ρυθμός και το σενάριο έχει υπερβολικά παραμυθένια πλοκή ώστε να μας ενδιαφέρει το δραματικό μέρος. όλα αυτά σε συνδυασμό με το απίστευτα κακογραμμένο σενάριο με μερικές πραγματικά τραγικά γελοίες γραμμές διαλόγου κάνουν το Ondine να υποφέρει από κρίση ταυτότητας. Δυστυχώς όμως τα αρνητικά δε σταματάν’ εδώ. Η σκηνοθεσία του Neil Jordan μοιάζει σχεδόν ερασιτεχνική ενώ ταυτόχρονα δε καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να μας κρατήσει σε ενδιαφέρον για σχεδόν ολόκληρη ταινία παίζοντας με το ερώτημα αν η Ondine είναι γοργόνα ή όχι. Όσο για τις ερμηνείες, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα μιας και ο Colin Farrell είναι τραγικά κακός και σίγουρα κακή επιλογή για το ρόλο με την νεαρή Πολωνή Alicja Bachleda να είναι ακόμα χειρότερη. ondine06

Είναι όλα τόσο τραγικά; Μάλλον ναι, γιατί η ερμηνεία της μικρής Alison Barry στο ρόλο της κόρης και λίγες παραδοσιακές Ιρλανδικές μουσικές δε φτάνουν για να βελτιώσουν τη κατάσταση εκτός από το να αντέξετε, με το ζόρι, μέχρι το τέλος της ταινίας. Ο Ιρλανδός πολύπειρος σκηνοθέτης τα κάνει μαντάρα. Βάζει στη κατσαρόλα λίγο από Ondine της Γερμανικής μυθολογίας, λίγο από Selkie της Ιρλανδικής μυθολογίας, λίγο μη-ρεαλιστικό love story, μερικά όμορφα τοπία και βγάζει μια ταινία που με το ζόρι αντέχεις να δεις μέχρι το τέλος.

 

4,5/10

 

1 Ιουλίου 2010

Mr. Nobody review

Mr Nobody http://teaser-trailer.comΜια φορά και έναν καιρό, ένας Βέλγος σκηνοθέτης ονόματι Jaco Van Dormael είχε κάνει το μεγάλο μπαμ στο φεστιβάλ των Καννών του 1991 κερδίζοντας τη Χρυσή Κάμερα και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου με τη ταινία Toto the Hero. Λίγα χρόνια αργότερα γίνεται ακόμα πιο ευρέως γνωστός με το The Eighth Day και από το 1996 έχουμε χάσει τα ίχνη του μέχρι σήμερα. Ο Van Dormael κάνει τη μεγάλη επιστροφή με μια πολυεθνική συμπαραγωγή, μεγάλου budget και εκλεκτό cast και μας πιάνει…με κατεβασμένα τα παντελόνια, αφού λίγοι περίμεναν μια ταινία με τον, όχι και τόσο εμπνευσμένο, τίτλο Mr. Nobody να προκαλέσει τόσο έντονα τις αισθήσεις μας αλλά και το μυαλό μας. mrnobody23

Δεν είναι καθόλου εύκολο να παρουσιάσεις ακόμα και ένα γενικό plot του Mr Nobody. Ο Nemo Nobody είναι ο τελευταίος θνητός άνθρωπός στο πλανήτη το έτος 2092 αφού έχει νικηθεί η γήρανση των κυττάρων και ο προσεχής θάνατός του 117χρονου έχει γίνει το γεγονός της χρονιάς. Ο Nemo Nobody είναι ένας 35χρονος οικογενειάρχης με τρία παιδιά. Ο Nemo Nobody είναι ένας απογοητευμένος νέος που περιμένει εδώ και χρόνια την Anna του στο φάρο. Είναι ένας 15χρονος που ερωτεύεται τη συνομήλικη κόρη του θετού πατέρα του. Είναι ένας 15χρονος που φοβάται το νερό. Ο Nemo Nobody δεν είναι τίποτα από αυτά και είναι όλα αυτά αλλά είναι κυρίως ένα 9χρονο αγόρι που πρέπει να αποφασίσει ποιο δρόμο θα πάρει μετά το διαζύγιο των γονιών του. Το φαινόμενο της πεταλούδας, η προκατάληψη των περιστεριών, οι χαμένες διαστάσεις μετά το Big Bang και κυρίως η διάσταση του χρόνου σε συνδυασμό με τον φανταστικό Άγγελο της Λησμονιάς που στιγματίζει κάθε παιδί πριν γεννηθεί αλλά ξέχασε τον μικρό Nemo, και φυσικά η αγάπη, ταιριαστή ή αταίριαστη, ενήλικη ή έφηβη, με ή χωρίς ανταπόκριση είναι τα συστατικά με τα οποία καταπιάνεται και πλέκει μια εξαίσια ιστορία που δένει αρμονικά στο τέλος με ένα φινάλε που σε κάνει να θες να την ξαναδείς από την αρχή.

Υποβόσκοντα σουρεαλιστικά στοιχεία με έντονους χρωματισμούς και συχνές εναλλαγές ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό όπως μπορεί να το τυποποιήσει ο ανθρώπινος νους, πανέξυπνη χρήση θεωριών της φυσικής και βιολογίας που ειρωνικά προσδίδουν ένα υπερφυσικό χαρακτήρα και πραγματικά τεράστιες ποσότητες ανεξάντλητης αγάπης είναι οι σκηνοθετικοί άσσοι στο μανίκι του Van Dormael και αν και τους περισσότερους από αυτούς τους χρησιμοποιεί δημιουργικά, σε μερικούς το παρακάνει. Μαεστρικά πλέκει το πρώτο μέρος που μάλλον δε καταλαβαίνουμε σχεδόν τίποτα με χαρακτήρες να αλλάζουν ηλικίες, σχέσεις, καταστάσεις και έναν “τηλε-επιστήμονα” να εμφανίζεται κάθε λίγο και να μας περιγράφει περί της δημιουργίας του σύμπαντος αλλά και το τέλος αυτού και ένα περιστέρι να προσπαθεί στην εισαγωγική σκηνή να πιάσει τη τροφή του. Ακαταλαβίστικα αλλά τόσο έξυπνα πλεγμένα ώστε να λαχταράς να δεις παρακάτω. Και ενώ σιγά σιγά αρχίζεις να υποψιάζεσαι τι περίπου συμβαίνει, οι πολλαπλές ιστορίες με τις τρεις γυναίκες, με τη κάθε μία να έχει ακόμα περισσότερα παρακλάδια και όλες αυτές να έχουν κοινό παρανομαστή την αγάπη, αρχίζουν να κουράζουν με τη μεγάλη διάρκειά τους και την απομάκρυνση από την γοητευτικά ακαταλαβίστική φύση της εισαγωγής. Κάθε άλλο παρά ανούσιες είναι όλες οι ιστορίες αλλά δεν έχουν να πουν κάτι το διαφορετικό και η επιμονή του σκηνοθέτη να μας δείξει σχεδόν κάθε οπτική της κάθε “επιλογής” προκαλεί σημάδια κούρασης. Και δυστυχώς αυτή η διάρκεια είναι αρκετά μεγάλη, ίσως μεγαλύτερη και από εξήντα λεπτά με τις φυσικές διακυμάνσεις προς τα κάτω ή προς τα πάνω. Η αφαίρεση τουλάχιστον ένα εικοσαλέπτου από τα συνολικά 134 λεπτά της ίσως ήταν ιδανική λύση για μια πιο εύκολη θέαση αλλά όταν γνωρίζεις ότι η πρώτη κόπια ήταν αρκετά μεγαλύτερη και αυτή η έκδοση είναι ήδη κομμένη, καταλαβαίνεις ότι ένα ακόμα μεγαλύτερο μοντάζ θα προκαλούσε την αντίδραση του σκηνοθέτη. mrnobody21

Στα τεχνικά, τρία είναι τα στοιχεία που κλέβουν τη παράσταση. Το εκπληκτικό μοντάζ που είναι βασικός λόγος που σε κρατάει τόσο έντονα δεμένα με τα δρώμενα, ένα μοντάζ που μπορεί να συγκριθεί αλλά και να ξεπεράσει το αντίστοιχο που είδαμε στο Bourne Ultimatum που εντυπωσίασε με τη ταχύτητά του, μόνο που στο Mr Nobody οι εναλλαγές δεν έχουν το διαολεμένο ρυθμό μόνο κατά τη διάρκεια μιας σκηνής δράσης αλλά ολόκληρης της ταινίας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από τα 6 μηνών γυρίσματα σε τρεις πόλεις του κόσμου, το post-production διήρκησε πάνω από ένα χρόνο. Το δεύτερο συστατικό που έκανε τη διαφορά είναι η μουσική συμπεριλαμβανομένων και των “έτοιμων” τραγουδιών με τα τελευταία να περιλαμβάνουν κομμάτια των 50s όπως το Everyday της Buddy Holly, το Mister Sandman των The Chordettes, μέχρι τα 80s και το Sweet Dreams των Eurythmics και το Where is my Mind των Pixies αλλά τις εξίσου, αν όχι καλύτερες, μουσικές συνθέσεις του Pierre Van Dormael, τον οποίο δεν είχα τη τύχη να ξανακούσω και δυστυχώς ούτε θα ξαναέχω αφού πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Πραγματικά εξαίσιες, αξίζει να μπείτε στο official site της ταινίας, και να αφήσετε το κεντρικό theme του soundtrack να παίζει ξανά και ξανά και ξανά σε loop. Όσο για το τρίτο συστατικό, αυτό είναι η ερμηνεία του Nemo Nobody και από τους τρεις ηθοποιούς που τον υποδύονται, τον μικρό Thomas Byrne, τον έφηβο Toby Regbo (που θα δούμε σύντομα στο τελευταίο Harry Potter ως νεαρό Dumbledore) και κυρίως τον Jared Leto που τον βλέπουμε να αφήνει για λίγο τις μουσικές του ασχολίες με τους 30 Seconds to Mars και να επιστρέφει σε μια ερμηνεία που μπορεί να συγκριθεί στα ίσια με την αντίστοιχη του Requiem for a Dream. Σχεδόν εξίσου καλές και οι συμπρωταγωνίστριες Diane Kruger, Sarah Polley και Juno Temple όπως και ο γνωστός Άγγλος καρατερίστας Rhys Ifans. Ιδιαίτερη μνεία σε ένα cameo που ξάφνιασε, αυτό της Chiara Caselli ως ζητιάνα. mrnobody19

Δε μπορώ να βάλω σε μια ζυγαριά τα συν και τα πλην γιατί εδώ το αρνητικό μπορεί να είναι μόνο ένα σε σύγκριση με τα άφθονα, εντυπωσιακά θετικά αλλά όταν το αρνητικό είναι η οριακή πρόκληση βαρεμάρας σε ένα μεγάλο της διάρκειάς της, δε μπορείς να το παραβλέψεις. Κάνεις δε πρέπει να χάσει το Mr Nobody, και το εννοώ. Μπορεί η μεγάλη διάρκειά του να σας κουράσει αλλά μόλις τελειώσει θα θέλετε να το ξαναδείτε. Ελπίζω να μη χρειαστεί να περιμένουμε άλλα 13 χρόνια μέχρι να δούμε την επόμενη ταινία του Van Dormael γιατί κέρδισε επάξια μια θέση στο πάνθεον των Ευρωπαίων σκηνοθετών.

 

7/10

 

Related Posts with Thumbnails