11 Ιουνίου 2010

Rampage review

rampage-header Μπορεί αρκετοί από σας να μη γνωρίζετε τον Γερμανό Uwe Boll αλλά από πολλούς θεωρήθηκε ο νέος Ed Wood και κατ’ επέκταση ο χειρότερος σκηνοθέτης της εποχής μας. Τέτοιες μεγάλες δηλώσεις με εξιτάρουν και για να πιστέψω αυτά που άκουγα έπρεπε να το δω με τα μάτια μου και μέχρι σήμερα έχω φροντίσει να δω μεγάλο ποσοστό των (αγγλόφωνων) ταινιών. Καλώς η κακώς, το πρώτο δείγμα δουλειάς του που παρακολούθησαrampage ήταν το Heart of America που ήταν αρκετά καλό και σε σύγκριση με το Elephant του Van Sant που είχε βγει την ίδια περίοδο και με το ίδιο θέμα ήταν απλά λίγο χειρότερο. Όμως από τότε και μετά έβαλε στο μάτι να καταστρέψει ότι video game μπορούσε να κάνει ταινία και το κατάφερε, μεταξύ των οποίων το House of the Dead, το Alone in the Dark, το Dungeon Siege, τα 2 (και προσεχώς 3) Bloodrayne, το Far Cry και θα ακολουθήσουν και άλλα όπως το Metroid Prime και αρκετά ακόμα που έχουν κατά καιρούς ακουστεί. Έχοντας δει τα περισσότερα από αυτά, μπορεί ο καθένας να πει ότι ο άνθρωπος είναι παντελώς ατάλαντος και έχει γυρίσει αρκετές από τις χειρότερες ταινίες της δεκαετίας. Μέχρι που άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες κριτικές για τη τελευταία του ταινία, Rampage, που προς μεγάλη έκπληξη όλων χαρακτηριζόταν από πολλούς ως διαστροφικά αριστουργηματικό! Φυσικό η περιέργεια μου ήταν μεγάλη…

  Ο Bill είναι ένας 24χρονος νέος που ζει με τους γονείς του βγάζοντας το χαρτζιλίκι του δουλεύοντας σε συνεργείο αυτοκινήτων αφού είχε αρνηθεί να πάει σε κάποιο κολλέγιο. Δεν είναι κάποιος αλήτης που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απειλή για οποιονδήποτε αλλά η μικροαστική ζωή σε συνδυασμό με τα lg_rampage_oct09κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν κάθε συνειδητοποιημένο νέο, τον επηρέασαν υπερβολικά και η προτροπή-εξαναγκασμός των γονιών του να βρει δικό του σπίτι ώστε να κάνει επιτέλους μιας αρχή στη ζωή του τον κάνουν να ξεσπάσει. Ντύνεται με μια ολόσωμη στολή Kevlar, φορτώνεται με ημιαυτόματα όπλα και βγαίνει στο δρόμο και αρχίζει να σκοτώνει αδιακρίτως του πάντες που βρίσκει μπροστά του! Περαστικούς, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους, τον υπάλληλο που δε του έφτιαξε καλό καφέ, την ανάγωγη σερβιτόρα, τους αστυνομικούς που βρίσκονται στο δρόμο του, κυριολεκτικά τους πάντες.

Αρχίζοντας από τα θετικά, η όλη σφαγή δεν έχει ένα φτηνό βιντεοκλιπίστικο ύφος με σκοπό να εξιτάρει όπως μια κοινή ταινία περιπέτειας αλλά σοκάρει και παίρνει τον εαυτό της πραγματικά στα σοβαρά υπερτονίζοντας τι μπορεί να γίνει αν “λασκάρει μια βίδα” σε κάποιον απλό άνθρωπο. Με έναν αρκούντως παρανοϊκό Brendan Fletcher στο κεντρικό ρόλο, μπορεί κάποιος να πει ότι το Rampage πετυχαίνει έως ένα σημείο το στόχο του γιατί τα άπειρα μειονεκτήματα του Boll μας προκαλούν πολλές φορές να πατήσουμε το x2, ειδικά στο πρώτο μισό των μόλις 85 λεπτών της. Και εδώ είναι που όλα καταστρέφονται αφού όταν μιvlcsnap-2010-06-11-00h21m06s19 α ταινία παίρνει ένα τέτοιο ρίσκο του να αποτυπώσει "σοκαριστικά-απλές" μαζικές δολοφονίες, αυτό που του λείπει είναι η δικαιολογία. Επί 40 περίπου λεπτά προσπαθεί να μας πείσει ότι ο υπερκαταναλωτισμός, ο υπερπληθυσμός (!!!), η λατρεία του χρήματος, τα τυποποιημένα “πλαστικά” τρόφιμα, μέχρι και ο κακοφτιαγμένος καφές στη καφετέρια της γωνίας είναι αρκετά για έναν σχετικά φυσιολογικό νέο να βγει στο δρόμο και να σκοτώσει ότι βρει μπροστά του. Ε, λοιπόν, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Η μισή ταινία ξοδεύεται στο να αραδιάζει διάφορα κοινωνικά προβλήματα ως αφορμές για την έκρηξη βίας. Ίσως να ήταν ελαφρώς πιο πειστικό αν αυτές ήταν μόνο οι αφορμές και υπήρχαν βαθύτερα αίτια αλλά αυτό ούτε καν υπονοείται σε καμία στιγμή αυτού του εφιαλτικά κακογραμμένου 40λεπτου που εκτός από τη καλλιτεχνική αποτυχία φέρνει και την απόλυτη ψυχολογική, ηθική και κινηματογραφική απόρριψη του θεατή προς τα γεγονότα που ακολουθούν.

Το Rampage δεν είναι μια κακή ταινία. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι και η καλύτερη του σκηνοθέτη, όχι ότι αυτό σημαίνει κάτι. Είναι μια εκνευριστική ταινία που προκαλεί στο θεατή μια υπέρτατη επιθυμία λοβοτομής στο παντελώς ανόητο μυαλό που δε μπόρεσε να βρει μια καλή δικαιολογία… μια απλή δικαιολογία….

 

3/10

8 Ιουνίου 2010

Metropia review

metropia Η σχετική στασιμότητα του 3D animation σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας έχουν σπρώξει του δημιουργούς σε νέους νέους δρόμους καλλιτεχνικής δημιουργίας και το Metropia μας παρουσιάζει μια νέα τεχνική που έχει τραβήξει πολλά βλέμματα πάνω του. Μένει να δούμε αν έχει και το περιεχόμενο να το υποστηρίξει.

Βρισκόμαστε στη βόρεια Ευρώπη του 2024, σε μια δυστοπική κοινωνία με το πετρέλαιο να έχει εξαντληθεί και τους ανθρώπους να ζουν METROPIA_14σε έναν σχεδόν νεκρό καταθλιπτικό επίγειο κόσμο. Τα παραδοσιακά μέσα μεταφοράς έχουν εξαφανιστεί και μια ιδιωτική εταιρία έχει ενώσει όλη την ήπειρο υπογείως με ένα τεράστιο δίκτυο μετρό. Ο Roger είναι ένας απλός υπάλληλος μιας τηλεφωνικής εταιρίας που όμως υποψιάζεται τα πάντα γύρω του σε σημείο παράνοιας και η φωνή που ξαφνικά αρχίζει να ακούει μέσα στο κεφάλι του τον φέρνει στα όρια της ψυχικής του υγείας. Συνομωσίες, πολυεθνικές εταιρίες, πειράματα, προδοσίες, έλεγχος συνείδησης και εγκεφάλου, μια μοιραία γυναίκα είναι μερικά από τα γεγονότα που ξετυλίγονται μπροστά στον Roger και προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται αλλά και να αντιδράσει.

Η ιστορία δυστυχώς δεν έχει να προσφέρει σχεδόν τίποτα που δεν έχουμε ξαναδεί και προσπαθεί να αλλάξει τη μοίρα της χρησιμοποιώντας μια neo-noir τεχνική “κινηματογράφησης” θυμίζοντας οργουελικούς εφιάλτες με υπνωτικά αργό ρυθμό, μουντές ερμηνείες με όσο το δυνατό απουσία εντόνων συναισθημάτων και αντιδράσεων αλλά τελικά το αποτέλεσμα εκτός από πειραματικά ενδιαφέρον, είναι θανατηφόρα κουραστικό. Η πολυσυζητημένη εικαστική οπτική της που αξίζει και τη τελευταία λέξη που της έχει αφιερωθεί, είναι ένας περίεργος συνδυασμός πραγματικών πρόσωπο-φωτογραφιών πουMETROPIA_19 επεξεργάστηκαν σε υπολογιστή ώστε να αποκτήσουν κάποιο (έστω και ελάχιστο animation) και αποτυπώθηκε σε δισδιάστατη οπτική με ψευτοτρισδιάστατα αντικείμενα και χώρους. Αν μπερδευτήκατε, μην ανησυχείτε, γιατί είναι από τις πιο φερέλπιδες νέες προσπάθειες στο χώρο των ταινιών animation αν και είναι ακόμα σε βρεφικό στάδιο με αρκετές ανομοιομορφίες, και σχεδόν προϊστορικό animation που θυμίζει μαριονέτες και μια σχετική προσπάθεια lipsync. Όπως ο σκηνοθέτης δήλωσε, το τελικό αποτέλεσμα είναι επηρεασμένο και εμπνευσμένο από τις δημιουργίες των Terry Gilliam, Roy Andersson και Yuriy Norshteyn.

Δυστυχώς ο μοναδικός λόγος που αξίζει κάποιος να δώσει μια ευκαιρία στο Metropia είναι η πιθανή λατρεία για τους δυστοπικούς κόσμους του στυλ Blade Runner, Matrix κτλ με τις συνήθεις ιστορίες που τους συνοδεύουν και κυρίως η περιέργεια για ένα εκπληκτικό, πανέμορφα άσχημο, πρωτότυπο εικαστικό πείραμα που οπτικά στέφεται με απόλυτη επιτυχία και ελπίζω να έχει και συνέχεια. Απλά ενώ χαζεύετε τον κόσμο, να έχετε και πρόχειρο το x2 στο remote του dvd σας γιατί θα βαρεθείτε πάαααρα πολύ.

 

5/10

 

5 Ιουνίου 2010

From Paris with Love review

from_paris_with_love_ver5 Δεν υπάρχει λόγος να ξαναφερθώ στο στόλο των σκηνοθετών/προστατευομένων του Luc Besson παρά μόνο ότι αυτή τη φορά ο Pierre Morel μοιάζει να μεγαλοπιάστηκε. Η αναπάντεχη και πλήρως ακατανόητη για μένα εμπορική επιτυχία του Taken, έφερε άμεσα τη δεύτερη ταινία του ενώ ταυτόχρονα τον έκανε ένα από τα πιο hot ονόματα στο Hollywood μιας και κάθε μέρα ακούγεται και ένα ακόμα νέο project το οποίοι του ανατίθεται.

from_paris_with_love06 Ο James Reece είναι ένας νεαρός ταλαντούχος υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Παρίσι ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνει μικροαποστολές των μυστικών υπηρεσιών ώστε κάποτε να γίνει πράκτορας. Στη τελευταία του δοκιμασία του στέλνουν τον Charlie Wax, έναν έμπειρο πράκτορα που μοιάζει περισσότερο με χούλιγκαν και είναι της ιδεολογίας “shoot first, ask questions later”. Μέχρι τώρα ο James έβαζε κοριούς και υπέκλεβε πληροφορίες ξαφνικά βρίσκεται εν μέσω βροχής πυροβολισμών και μιας τρομοκρατικής ενέργειας που θα πρέπει να αποτρέψει.

Αν η ιστορία του Taken, σας φάνηκε απλοϊκή, στο From Paris with Love δε θα σας απασχολήσει καθόλου. Δεν δίνεται καμιά λεπτομέρεια και μέχρι να μπει στο τελευταίο μέρος της δράσης δεν έχουμε ιδέα γιατί γίνεται όλο αυτό το μακελειό και απλά παρακολουθούμε τον John Travolta ως Charlie Wax να σκοτώνει όποιον βρεθεί στο δρόμο του σε εστιατόρια, διαμερίσματα και ταράτσες ενώ ο Jonathan Rhys Meyers απλά τον ακολουθάει σαν σκυλάκι. Αυτή η πλήρης άγνοια σεναρίου για τα 2/3 της ταινίας είναι απερίγραπτα εκνευριστική ενώ η αργή εξέλιξη το πρώτο μισό και η πλήρης απουσία χημείας μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών κάνει τη κατάσταση ακόμα χειρότερη.

Έστω και αν αυτή αργεί αρκετά, η δράση τελικά ξεκινάει έστω και υποτονικά κάνοντας τιςfrom_paris_with_love03 κακοσκηνοθετημένες δράσης πιο βαρετές και από τα ανόητα μέχρι εκείνη τη στιγμή μούμπλε-μούμπλε. Λίγο πριν κλείσει η πρώτη ώρα της ταινίας, οι σκηνές δράσης αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέρουσες και εντυπωσιακές και όσο περνάει η ώρα γίνονται όλο και καλύτερες χωρίς όμως καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία καταφέρνουν όμως να επαναφέρουν το ενδιαφέρον για μια ταινία που μέχρι τότε απλά κρατιόσουν για να μη κλείσεις.

Το αποτυχημένο casting, η ουσιαστική απουσία ιστορίας στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, και οι αρχικές κουραστικές σκηνές δράσης είναι αρκετές για να χαρακτηρίσει το From Paris with Love μία ακόμα αποτυχημένη αρπαχτή. Ελπίζω μόνο ο Morel να μη καταστρέψει και το επερχόμενο Dune.

 

4,5/10

3 Ιουνίου 2010

The Wolfman review

wolfman_ver9 Όταν στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα η Ευρώπη προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, στη άλλη πλευρά του Ατλαντικού η ανθούσα κινηματογραφική βιομηχανία ανακάλυπτε τα monster movies με πρωταγωνιστές που ακόμα και σήμερα αποτελούν σύμβολα του είδους όπως ο Φράνκενστάιν, ο Δράκουλας αλλά και ο Λυκάνθρωπος, το remake του οποίου έκανε την εμφάνισή του στις αίθουσες, φέτος, 60 χρόνια μετά το πρώτη προσπάθεια του George Waggner.

thewolfman19 Ο Lawrence Talbot είναι ένας επιτυχημένος ηθοποιός στο Λονδίνο όταν μια γυναίκα που του συστήνεται ως την αρραβωνιαστικιά του αδερφού του, έρχεται να του πει ότι ο τελευταίος αγνοείται εδώ και μια βδομάδα και ζητάει τη βοήθειά του. Ο Lawrence επιστρέφει στο επαρχιακό Blackmoor μετά από πολύχρονη απουσία λόγω της ιδιόρρυθμης σχέσης του με τον πατέρα του που μετά το θάνατο της μητέρας του, τον έστειλε σε άσυλο. Η φήμες μιλάνε για ένα περίεργο πλάσμα που κατακρεουργεί τα θύματά τους και η ερευνά του τον οδηγεί στο κοντινό οικισμό τσιγγάνων όπου το πλάσμα εμφανίζεται και τον τραυματίζει σοβαρά. Η πόλη μιλάει για την κατάρα των Talbot και ο διάσημος επιθεωρητής της Scotland Yard, Frederick Abberline έρχεται για να βρει τον υπεύθυνο για τους θανάτους.

Όταν στη διασκευή σεναρίου βλέπεις τους σεναριογράφους των Se7en, Sleepy Hollow καthewolfman30 ι Road to Perdition, περιμένεις κάτι τουλάχιστον καλογραμμένο αφού η πρωτοτυπία είναι ουσιαστικά αδύνατη μιας και είναι βασισμένο σε υπάρχον σενάριο. Δυστυχώς όμως το σενάριο είναι απλώς διεκπεραιωτικό και μοιάζει σαν αγγαρεία με σκόρπια quotes που λίγη σχέση έχει με την ιστορία εκτός της αναφοράς σε λυκάνθρωπους και την επίδραση την πανσέληνου. Το Wolfman βασίζεται αποκλειστικά στην ατμόσφαιρά του η οποία κυρίως λόγω του εξαιρετικά προσεγμένου art direction τα καταφέρνει πολύ καλά μέχρις ενός σημείου γιατί μετά από 20’-30’ χρειάζεσαι και κάτι παραπάνω. Τόσο ακριβώς ήταν που κράτησε και το ενδιαφέρον μου μιας και από εκεί και πέρα είχες καταλάβει και τη παραμικρή λεπτομέρεια και απλά περίμενες να εξελιχθεί μπροστά σου αργά και βασανιστικά με μικρά διαλλείματα βίαιης δράσης, άλλες φορές γρήγορης, έντονης και ενδιαφέρουσας και άλλες φορές βγαλμένη από τα στούντιο της δεκαετίας του ‘40. Μπορεί στο σχολείο να μας είχαν μάθει ότι αυτή η τεχνική λέγεται τραγική ειρωνεία και πόσο χρήσιμη είναι αλλά όταν αυτή τραβάει για περίπου 90 λεπτά, η αδιαφορία και η κούραση αρχίζει να γίνεται παραπάνω από εμφανής.

thewolfman11 Πριν αναλάβει τη σκηνοθεσία ο Joe Johnston, στη καρέκλα του καθόταν ο Mark Romanek και πολλοί ήταν απογοητευμένοι όταν αυτός αποχώρησε. Σήμερα όμως πραγματικά δε ξέρω πόσο καλύτερη μπορούσε να ήταν αυτή η ταινία με οποιονδήποτε σκηνοθέτη. Διαδικαστική σκηνοθεσία, εξαιρετική ατμόσφαιρα και ακόμα καλύτερο art direction, αδιάφορη μουσική επένδυση που φτάνει σε ενοχλητικά επίπεδα με τον Danny Elfman να δηλώνει ότι εμπνεύστηκε από τον μεγάλο Wojciech Kilar αλλά αυτό που έφτασε στα αφτιά μας ήταν ακανόνιστες νότες χωρίς ρυθμό και ένταση, μέτριες ερμηνείες με τους  Anthony Hopkins και Hugo Weaving να προσπαθούν να ανεβάσουν το επίπεδο και ένα σενάριο πιο απλοϊκό και από τα του Uwe Boll, κάνουν το Wolfman μια απλά ανεκτή ταινία που καλό είναι να δείτε με παρέα για να έχετε και κάτι άλλο να κάνετε όταν αρχίσετε να βαριέστε.

 

5/10

2 Ιουνίου 2010

Veronika Decides to Die review

veronika_decides_to_die_2009_580x851_827367 Μπορεί τα βιβλία του Paulo Coelho να είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένα αλλά οι φήμες για τα δικαιώματα για τη μεταφορά του πιο γνωστού του μυθιστορήματος “The Alchemist” έχουν καταντήσει αστείο αφού πρώτα τα πούλησε σε μια εταιρία παραγωγής, μετά το μετάνιωσε και τα ξαναγόρασε πίσω, λίγο αργότερα τα ξεπούλησε στον Lawrence Fishburne ο οποίος σκόπευε να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει στη ταινία και από τότε έχουμε χάσει τα ίχνη της.

Ο Αλχημιστής όμως δεν είναι το μοναδικό αξιόλογο βιβλίο του Βραζιλιάνου συγγραφέα και φέτος μας παρουσιάζεται το Veronika Decides to Die, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 1998. Η Veronika είναι μια νεαρή όμορφη γυναίκα από τη Σλοβενία που κάποιος μπορεί να πει ότι έχει τα πάντα, ομορφιά, μια καλή δουλειά, movie-veronika_decides_to_die-stills-543825888 χρήματα αλλά αυτό δε την σταματάει από το να είναι απύθμενα δυστυχισμένη. Μία σπίθα, μια ανούσια αφορμή την κάνει να περάσει τα όρια και να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας παίρνοντας χάπια. Καταφέρνει να επιζήσει αλλά ξυπνάει μέσα σε ένα ιδιωτικό ψυχιατρικό ίδρυμα όπου τις ανακοινώνουν ότι παρόλο που την πρόλαβαν, τα χάπια της προκάλεσαν ανεπανόρθωτη ζημιά στη κάρδια που θα επιφέρει το θάνατό της σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τον καιρό που τις απομένει έρχεται σε επαφή με πραγματικά ψυχικά διαταραγμένους ανθρώπους επαναξιολογώντας τη ζωή της ενώ μια περίεργη σχέση με τον Edward, βαριά καταθλιπτικό ασθενή αναπτύσσεται που θα τις αλλάξει τη ζωή.

Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο, τα γεγονότα της ταινίας είναι δυστυχώς πολύ δύσκολο να τα πιστέψεις. Με ποια λογική κλείνεις μια αυτοκτονιομανή με μόλις λίγες εβδομάδες ζωής σε ψυχιατρείο. Όσο απάνθρωπος και να είσαι, την αφήνεις να ζήσει τις τελευταίες μέρες της όπως αυτή θέλει. Στην άλλη όχθη, η Veronika εκτός μιας ακόμα αποτυχημένης απόπειρας μέσα στο ίδρυμα, αποδέχεται σχεδόν άμεσα τη ζωή της στο ίδρυμα έρχοντας μάλιστα σε επαφή με τους βαριά αρρώστους που ζουν μαζί της και ειδικά με τον Edward, χωρίς να μας δίνεται ουσιαστικά καμία ρεαλιστική δικαιολογία. Η σχέση με τον Edward, έναν νεαρό άνδρα που έχασε τη φίλη του σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο οποίο οδηγούσε ο ίδιος και από τότε έχει περάσει διάφορα στάδια ψυχασθένειας από κατατονία μέχρι σχιζοφρένεια χωρίς να έχει ξεστομίσει ούτε λέξη από τότε, παρουσιάζεται ευεργετική και για τους δύο αλλά ποτέ δε μας εξηγείται πως και γιατί, εκτός της απλής ερωτικής έλξης που όμως δε φτάνει σε αυτή τη περίσταση με αποτέλεσμα άλλη μία μη ρεαλιστική κατάσταση. Το συγκλονιστικό, ανθρώπινο φινάλε δίνει μια αξιόλογη δικαιολογία γιατί έγιναν όλα τα παραπάνω αλλά σε μια ρεαλιστική ταινία δεν ισχύει το “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”, πάντως σίγουρα μετριάζει αισθητά τις αντιδράσεις.

Οι επιλογές του casting αποδεικνύονται εξαιρετικές και παρά τις αντιδράσεις της επιλογής της Buffy, Sarah Michelle Gellar στο πρωταγωνιστικό ρόλο, η τελευταία μετά την εξαιρετική ερμηνεία στο προσωπικό αγαπημένο Southland Tales, καταφέρνει άλλη μία άκρως ικανοποιητική ερμηνεία που μπορεί να μην αξίζει το όσκαρ αλλά κανένας μας δε θα καταφέρει να βρει ουσιαστικό μειονέκτημα. Μαζί τηςmovie-veronika_decides_to_die-stills-1981261945 οι Jonathan Tucker, David Thewlis, Melissa Leo και Erika Christensen, όλοι τους απλά μαγευτικοί. Μια μικρή παραφωνία που όμως είναι ιδιαίτερα προσωπική, είναι μερικές γραμμές διαλόγου που τονίζει την ομορφιά της πρωταγωνίστριας σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη 28χρονη ηλικία της που προκαλούν μειδίαμα μιας και τα 33 χρόνια της δε κρύβονται κάτω από τους τόνους makeup και όσο για την υποτιθέμενη ομορφιά της, γούστα είναι αυτά αλλά μου θύμισε τη σκηνή στην αξέχαστη ελληνική ταινία με το Νίκο Ρίζο να ρωτάει τον Βασίλη Αυλωνίτη για τη Γεωργία Βασιλειάδου: -Είναι όμορφή?, και να απαντάει -Καφέ θέλεις?!

Η ιστορία έχει ένα πανέξυπνο ξεκίνημα και φινάλε ώστε να πει αυτό που τελικά θέλει αλλά χάνει σε όλη τη διάρκεια. Η όλη διαδικασία είναι άλλοτε παντελώς μη πιστευτή και άλλοτε απλά σπασμωδικά δοσμένη με τελικό αποτέλεσμα και πάλι την έλλειψη ρεαλισμού. Το φινάλε θα σας δώσει μια ολόγλυκια γεύση που μετριάζει την απογοήτευση για όσα είδατε μέχρι τότε αλλά όχι σε βαθμό που μπορεί να κάνει Veronika Decides to Die μια αξιομνημόνευτη ταινία.

 

5,5/10

Related Posts with Thumbnails