Μπορεί αρκετοί από σας να μη γνωρίζετε τον Γερμανό Uwe Boll αλλά από πολλούς θεωρήθηκε ο νέος Ed Wood και κατ’ επέκταση ο χειρότερος σκηνοθέτης της εποχής μας. Τέτοιες μεγάλες δηλώσεις με εξιτάρουν και για να πιστέψω αυτά που άκουγα έπρεπε να το δω με τα μάτια μου και μέχρι σήμερα έχω φροντίσει να δω μεγάλο ποσοστό των (αγγλόφωνων) ταινιών. Καλώς η κακώς, το πρώτο δείγμα δουλειάς του που παρακολούθησα
ήταν το Heart of America που ήταν αρκετά καλό και σε σύγκριση με το Elephant του Van Sant που είχε βγει την ίδια περίοδο και με το ίδιο θέμα ήταν απλά λίγο χειρότερο. Όμως από τότε και μετά έβαλε στο μάτι να καταστρέψει ότι video game μπορούσε να κάνει ταινία και το κατάφερε, μεταξύ των οποίων το House of the Dead, το Alone in the Dark, το Dungeon Siege, τα 2 (και προσεχώς 3) Bloodrayne, το Far Cry και θα ακολουθήσουν και άλλα όπως το Metroid Prime και αρκετά ακόμα που έχουν κατά καιρούς ακουστεί. Έχοντας δει τα περισσότερα από αυτά, μπορεί ο καθένας να πει ότι ο άνθρωπος είναι παντελώς ατάλαντος και έχει γυρίσει αρκετές από τις χειρότερες ταινίες της δεκαετίας. Μέχρι που άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες κριτικές για τη τελευταία του ταινία, Rampage, που προς μεγάλη έκπληξη όλων χαρακτηριζόταν από πολλούς ως διαστροφικά αριστουργηματικό! Φυσικό η περιέργεια μου ήταν μεγάλη…
Ο Bill είναι ένας 24χρονος νέος που ζει με τους γονείς του βγάζοντας το χαρτζιλίκι του δουλεύοντας σε συνεργείο αυτοκινήτων αφού είχε αρνηθεί να πάει σε κάποιο κολλέγιο. Δεν είναι κάποιος αλήτης που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απειλή για οποιονδήποτε αλλά η μικροαστική ζωή σε συνδυασμό με τα
κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν κάθε συνειδητοποιημένο νέο, τον επηρέασαν υπερβολικά και η προτροπή-εξαναγκασμός των γονιών του να βρει δικό του σπίτι ώστε να κάνει επιτέλους μιας αρχή στη ζωή του τον κάνουν να ξεσπάσει. Ντύνεται με μια ολόσωμη στολή Kevlar, φορτώνεται με ημιαυτόματα όπλα και βγαίνει στο δρόμο και αρχίζει να σκοτώνει αδιακρίτως του πάντες που βρίσκει μπροστά του! Περαστικούς, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους, τον υπάλληλο που δε του έφτιαξε καλό καφέ, την ανάγωγη σερβιτόρα, τους αστυνομικούς που βρίσκονται στο δρόμο του, κυριολεκτικά τους πάντες.
Αρχίζοντας από τα θετικά, η όλη σφαγή δεν έχει ένα φτηνό βιντεοκλιπίστικο ύφος με σκοπό να εξιτάρει όπως μια κοινή ταινία περιπέτειας αλλά σοκάρει και παίρνει τον εαυτό της πραγματικά στα σοβαρά υπερτονίζοντας τι μπορεί να γίνει αν “λασκάρει μια βίδα” σε κάποιον απλό άνθρωπο. Με έναν αρκούντως παρανοϊκό Brendan Fletcher στο κεντρικό ρόλο, μπορεί κάποιος να πει ότι το Rampage πετυχαίνει έως ένα σημείο το στόχο του γιατί τα άπειρα μειονεκτήματα του Boll μας προκαλούν πολλές φορές να πατήσουμε το x2, ειδικά στο πρώτο μισό των μόλις 85 λεπτών της. Και εδώ είναι που όλα καταστρέφονται αφού όταν μι
α ταινία παίρνει ένα τέτοιο ρίσκο του να αποτυπώσει "σοκαριστικά-απλές" μαζικές δολοφονίες, αυτό που του λείπει είναι η δικαιολογία. Επί 40 περίπου λεπτά προσπαθεί να μας πείσει ότι ο υπερκαταναλωτισμός, ο υπερπληθυσμός (!!!), η λατρεία του χρήματος, τα τυποποιημένα “πλαστικά” τρόφιμα, μέχρι και ο κακοφτιαγμένος καφές στη καφετέρια της γωνίας είναι αρκετά για έναν σχετικά φυσιολογικό νέο να βγει στο δρόμο και να σκοτώσει ότι βρει μπροστά του. Ε, λοιπόν, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Η μισή ταινία ξοδεύεται στο να αραδιάζει διάφορα κοινωνικά προβλήματα ως αφορμές για την έκρηξη βίας. Ίσως να ήταν ελαφρώς πιο πειστικό αν αυτές ήταν μόνο οι αφορμές και υπήρχαν βαθύτερα αίτια αλλά αυτό ούτε καν υπονοείται σε καμία στιγμή αυτού του εφιαλτικά κακογραμμένου 40λεπτου που εκτός από τη καλλιτεχνική αποτυχία φέρνει και την απόλυτη ψυχολογική, ηθική και κινηματογραφική απόρριψη του θεατή προς τα γεγονότα που ακολουθούν.
Το Rampage δεν είναι μια κακή ταινία. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι και η καλύτερη του σκηνοθέτη, όχι ότι αυτό σημαίνει κάτι. Είναι μια εκνευριστική ταινία που προκαλεί στο θεατή μια υπέρτατη επιθυμία λοβοτομής στο παντελώς ανόητο μυαλό που δε μπόρεσε να βρει μια καλή δικαιολογία… μια απλή δικαιολογία….
3/10

Η σχετική στασιμότητα του 3D animation σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας έχουν σπρώξει του δημιουργούς σε νέους νέους δρόμους καλλιτεχνικής δημιουργίας και το Metropia μας παρουσιάζει μια νέα τεχνική που έχει τραβήξει πολλά βλέμματα πάνω του. Μένει να δούμε αν έχει και το περιεχόμενο να το υποστηρίξει.
σε έναν σχεδόν νεκρό καταθλιπτικό επίγειο κόσμο. Τα παραδοσιακά μέσα μεταφοράς έχουν εξαφανιστεί και μια ιδιωτική εταιρία έχει ενώσει όλη την ήπειρο υπογείως με ένα τεράστιο δίκτυο μετρό. Ο Roger είναι ένας απλός υπάλληλος μιας τηλεφωνικής εταιρίας που όμως υποψιάζεται τα πάντα γύρω του σε σημείο παράνοιας και η φωνή που ξαφνικά αρχίζει να ακούει μέσα στο κεφάλι του τον φέρνει στα όρια της ψυχικής του υγείας. Συνομωσίες, πολυεθνικές εταιρίες, πειράματα, προδοσίες, έλεγχος συνείδησης και εγκεφάλου, μια μοιραία γυναίκα είναι μερικά από τα γεγονότα που ξετυλίγονται μπροστά στον Roger και προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται αλλά και να αντιδράσει.
επεξεργάστηκαν σε υπολογιστή ώστε να αποκτήσουν κάποιο (έστω και ελάχιστο animation) και αποτυπώθηκε σε δισδιάστατη οπτική με ψευτοτρισδιάστατα αντικείμενα και χώρους. Αν μπερδευτήκατε, μην ανησυχείτε, γιατί είναι από τις πιο φερέλπιδες νέες προσπάθειες στο χώρο των ταινιών animation αν και είναι ακόμα σε βρεφικό στάδιο με αρκετές ανομοιομορφίες, και σχεδόν προϊστορικό animation που θυμίζει μαριονέτες και μια σχετική προσπάθεια lipsync. Όπως ο σκηνοθέτης δήλωσε, το τελικό αποτέλεσμα είναι επηρεασμένο και εμπνευσμένο από τις δημιουργίες των Terry Gilliam, Roy Andersson και Yuriy Norshteyn.
Δεν υπάρχει λόγος να ξαναφερθώ στο στόλο των σκηνοθετών/προστατευομένων του Luc Besson παρά μόνο ότι αυτή τη φορά ο Pierre Morel μοιάζει να μεγαλοπιάστηκε. Η αναπάντεχη και πλήρως ακατανόητη για μένα εμπορική επιτυχία του Taken, έφερε άμεσα τη δεύτερη ταινία του ενώ ταυτόχρονα τον έκανε ένα από τα πιο hot ονόματα στο Hollywood μιας και κάθε μέρα ακούγεται και ένα ακόμα νέο project το οποίοι του ανατίθεται.
Ο James Reece είναι ένας νεαρός ταλαντούχος υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Παρίσι ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνει μικροαποστολές των μυστικών υπηρεσιών ώστε κάποτε να γίνει πράκτορας. Στη τελευταία του δοκιμασία του στέλνουν τον Charlie Wax, έναν έμπειρο πράκτορα που μοιάζει περισσότερο με χούλιγκαν και είναι της ιδεολογίας “shoot first, ask questions later”. Μέχρι τώρα ο James έβαζε κοριούς και υπέκλεβε πληροφορίες ξαφνικά βρίσκεται εν μέσω βροχής πυροβολισμών και μιας τρομοκρατικής ενέργειας που θα πρέπει να αποτρέψει.
κακοσκηνοθετημένες δράσης πιο βαρετές και από τα ανόητα μέχρι εκείνη τη στιγμή μούμπλε-μούμπλε. Λίγο πριν κλείσει η πρώτη ώρα της ταινίας, οι σκηνές δράσης αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέρουσες και εντυπωσιακές και όσο περνάει η ώρα γίνονται όλο και καλύτερες χωρίς όμως καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία καταφέρνουν όμως να επαναφέρουν το ενδιαφέρον για μια ταινία που μέχρι τότε απλά κρατιόσουν για να μη κλείσεις. 
Όταν στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα η Ευρώπη προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, στη άλλη πλευρά του Ατλαντικού η ανθούσα κινηματογραφική βιομηχανία ανακάλυπτε τα monster movies με πρωταγωνιστές που ακόμα και σήμερα αποτελούν σύμβολα του είδους όπως ο Φράνκενστάιν, ο Δράκουλας αλλά και ο Λυκάνθρωπος, το remake του οποίου έκανε την εμφάνισή του στις αίθουσες, φέτος, 60 χρόνια μετά το πρώτη προσπάθεια του George Waggner.
Ο Lawrence Talbot είναι ένας επιτυχημένος ηθοποιός στο Λονδίνο όταν μια γυναίκα που του συστήνεται ως την αρραβωνιαστικιά του αδερφού του, έρχεται να του πει ότι ο τελευταίος αγνοείται εδώ και μια βδομάδα και ζητάει τη βοήθειά του. Ο Lawrence επιστρέφει στο επαρχιακό Blackmoor μετά από πολύχρονη απουσία λόγω της ιδιόρρυθμης σχέσης του με τον πατέρα του που μετά το θάνατο της μητέρας του, τον έστειλε σε άσυλο. Η φήμες μιλάνε για ένα περίεργο πλάσμα που κατακρεουργεί τα θύματά τους και η ερευνά του τον οδηγεί στο κοντινό οικισμό τσιγγάνων όπου το πλάσμα εμφανίζεται και τον τραυματίζει σοβαρά. Η πόλη μιλάει για την κατάρα των Talbot και ο διάσημος επιθεωρητής της Scotland Yard, Frederick Abberline έρχεται για να βρει τον υπεύθυνο για τους θανάτους.
ι Road to Perdition, περιμένεις κάτι τουλάχιστον καλογραμμένο αφού η πρωτοτυπία είναι ουσιαστικά αδύνατη μιας και είναι βασισμένο σε υπάρχον σενάριο. Δυστυχώς όμως το σενάριο είναι απλώς διεκπεραιωτικό και μοιάζει σαν αγγαρεία με σκόρπια quotes που λίγη σχέση έχει με την ιστορία εκτός της αναφοράς σε λυκάνθρωπους και την επίδραση την πανσέληνου. Το Wolfman βασίζεται αποκλειστικά στην ατμόσφαιρά του η οποία κυρίως λόγω του εξαιρετικά προσεγμένου art direction τα καταφέρνει πολύ καλά μέχρις ενός σημείου γιατί μετά από 20’-30’ χρειάζεσαι και κάτι παραπάνω. Τόσο ακριβώς ήταν που κράτησε και το ενδιαφέρον μου μιας και από εκεί και πέρα είχες καταλάβει και τη παραμικρή λεπτομέρεια και απλά περίμενες να εξελιχθεί μπροστά σου αργά και βασανιστικά με μικρά διαλλείματα βίαιης δράσης, άλλες φορές γρήγορης, έντονης και ενδιαφέρουσας και άλλες φορές βγαλμένη από τα στούντιο της δεκαετίας του ‘40. Μπορεί στο σχολείο να μας είχαν μάθει ότι αυτή η τεχνική λέγεται τραγική ειρωνεία και πόσο χρήσιμη είναι αλλά όταν αυτή τραβάει για περίπου 90 λεπτά, η αδιαφορία και η κούραση αρχίζει να γίνεται παραπάνω από εμφανής.
Πριν αναλάβει τη σκηνοθεσία ο Joe Johnston, στη καρέκλα του καθόταν ο Mark Romanek και πολλοί ήταν απογοητευμένοι όταν αυτός αποχώρησε. Σήμερα όμως πραγματικά δε ξέρω πόσο καλύτερη μπορούσε να ήταν αυτή η ταινία με οποιονδήποτε σκηνοθέτη. Διαδικαστική σκηνοθεσία, εξαιρετική ατμόσφαιρα και ακόμα καλύτερο art direction, αδιάφορη μουσική επένδυση που φτάνει σε ενοχλητικά επίπεδα με τον Danny Elfman να δηλώνει ότι εμπνεύστηκε από τον μεγάλο Wojciech Kilar αλλά αυτό που έφτασε στα αφτιά μας ήταν ακανόνιστες νότες χωρίς ρυθμό και ένταση, μέτριες ερμηνείες με τους Anthony Hopkins και Hugo Weaving να προσπαθούν να ανεβάσουν το επίπεδο και ένα σενάριο πιο απλοϊκό και από τα του Uwe Boll, κάνουν το Wolfman μια απλά ανεκτή ταινία που καλό είναι να δείτε με παρέα για να έχετε και κάτι άλλο να κάνετε όταν αρχίσετε να βαριέστε.
Μπορεί τα βιβλία του Paulo Coelho να είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένα αλλά οι φήμες για τα δικαιώματα για τη μεταφορά του πιο γνωστού του μυθιστορήματος “The Alchemist” έχουν καταντήσει αστείο αφού πρώτα τα πούλησε σε μια εταιρία παραγωγής, μετά το μετάνιωσε και τα ξαναγόρασε πίσω, λίγο αργότερα τα ξεπούλησε στον Lawrence Fishburne ο οποίος σκόπευε να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει στη ταινία και από τότε έχουμε χάσει τα ίχνη της.
χρήματα αλλά αυτό δε την σταματάει από το να είναι απύθμενα δυστυχισμένη. Μία σπίθα, μια ανούσια αφορμή την κάνει να περάσει τα όρια και να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας παίρνοντας χάπια. Καταφέρνει να επιζήσει αλλά ξυπνάει μέσα σε ένα ιδιωτικό ψυχιατρικό ίδρυμα όπου τις ανακοινώνουν ότι παρόλο που την πρόλαβαν, τα χάπια της προκάλεσαν ανεπανόρθωτη ζημιά στη κάρδια που θα επιφέρει το θάνατό της σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τον καιρό που τις απομένει έρχεται σε επαφή με πραγματικά ψυχικά διαταραγμένους ανθρώπους επαναξιολογώντας τη ζωή της ενώ μια περίεργη σχέση με τον Edward, βαριά καταθλιπτικό ασθενή αναπτύσσεται που θα τις αλλάξει τη ζωή.
οι Jonathan Tucker, David Thewlis, Melissa Leo και Erika Christensen, όλοι τους απλά μαγευτικοί. Μια μικρή παραφωνία που όμως είναι ιδιαίτερα προσωπική, είναι μερικές γραμμές διαλόγου που τονίζει την ομορφιά της πρωταγωνίστριας σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη 28χρονη ηλικία της που προκαλούν μειδίαμα μιας και τα 33 χρόνια της δε κρύβονται κάτω από τους τόνους makeup και όσο για την υποτιθέμενη ομορφιά της, γούστα είναι αυτά αλλά μου θύμισε τη σκηνή στην αξέχαστη ελληνική ταινία με το Νίκο Ρίζο να ρωτάει τον Βασίλη Αυλωνίτη για τη Γεωργία Βασιλειάδου: -Είναι όμορφή?, και να απαντάει -Καφέ θέλεις?!