Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Music. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Music. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Απριλίου 2026

Κριτική: Michael

Πριν περίπου μια δεκαετία, ο παραγωγός Graham King (που είχε ξαναδοκιμάσει τις δυνάμεις του στο είδος λίγα χρόνια νωρίτερα με το Jersey Boys του Eastwood) έδωσε εντολή στον Bryan Singer (και Dexter Fletcher βεβαίως βεβαίως) να “αναστήσει” τον Freddie Mercury, με το Bohemian Rhapsody να σημειώνει τεράστια επιτυχία, οδηγώντας σε μια έκρηξη κινηματογραφικών μουσικών βιογραφιών, σχεδόν καμία εκ των οποίων όμως δεν κατάφερε να ξεχωρίσει. Έχοντας βρει τη συνταγή, μόλις ένα χρόνο αργότερα εξασφάλισε τα δικαιώματα για τη παραγωγή μιας ταινίας για τη ζωή του «βασιλιά της ποπ» αλλά και εξαιρετικά αμφιλεγόμενης περσόνας, Michael Jackson. Η ταινία καθυστέρησε λίγο αλλά επιτέλους έφτασε στις οθόνες μας. Για να δούμε τί είδαμε…

16 Ιουλίου 2012

The Muppets review

image

Ως πιτσιρίκι, το όλο θέαμα των μαριονέτων δε με συγκινούσε ιδιαίτερα, μάλλον με τρόμαζαν λίγο, «εκτιμώντας» το Muppet Show κάπως αργά και όταν είχαν αρχίσει να σβήνουν ως «μόδα» και κατ’ επέκταση σταμάτησαν και να προβάλλονται. Με άλλα λόγια, το Muppet Show δε πρόλαβε να ενσωματωθεί απόλυτα στις παιδικές αναμνήσεις μου και η ανακοίνωση, πριν μερικά χρόνια, της μεγάλης επιστροφής τους στη μεγάλη οθόνη μου προκάλεσε ένα περίεργο μούδιασμα, και μάλλον όχι ιδιαίτερα αισιόδοξο για το τελικό αποτέλεσμα. Ενάμιση μήνα μετά τη παγκόσμια πρεμιέρα του, το The Muppets, προβλήθηκε και στην Ελλάδα και χάρη στη πρεμιέρα της Feelgood, είχαμε την ευκαιρία να τη δούμε λίγο νωρίτερα. Προς δυσάρεστη μου έκπληξη, στη πρεμιέρα θα προβαλλόταν η μεταγλωττισμένη έκδοση της ταινίας, μια μεταγλώττιση που αρχικά μου φάνηκε σχεδόν ιερόσυλη, όμως για καλή μου τύχη, όλα αποδείχτηκαν ανώτερα των αναμενομένων.

25 Μαρτίου 2011

Burlesque review

image

Αν και το είδος του μιούζικαλ, πριν μερικά χρόνια είχε μια ξαφνική άνοδο με τα Moulin Rouge και Chicago, η συνέχεια δεν ήταν η ίδια αφού από τότε ζήτημα είναι να βγαίνουν ένα-δύο μιούζικαλ το χρόνο, και αυτά, ακόμα και αν έχουν τις καλύτερες των προϋποθέσεων όπως το περσινό Nine, συνήθως απογοητεύουν. Το Burlesque, όντας μια σχετικά μικρή παραγωγή σε σχέση με τα πολυπληθή έπη των προηγούμενων ετών, προσπαθεί να επιστρέψει στις ρίζες όπου το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια καλή φωνή και ιστοριούλα, που να δικαιολογεί τα τραγούδια.

Η Ali είναι μια νεαρή κοπέλα που δουλεύει σαν σερβιτόρα κάπου στην Αϊόβα αλλά έχει μεγάλα όνειρα. Με ελάχιστα λεφτά στη τσέπη παίρνει το λεωφορείο για το Los Angeles για να ζήσει το όνειρό της. Με τσαμπουκά και θράσος βρίσκει δουλειά στο καμπαρέ Burlesque όπου δεν αργεί να δείξει το ταλέντο της και να γίνει μεγάλη σταρ.

image

Το παραμύθι της σταχτοπούτας στα καμπαρέ του L.A. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Η χωριατοπούλα που κάνει πραγματικότητα το όνειρό της, ο θρύλος που ανακαλύπτει το ταλέντο της, το έρωτας με τον μπάρμαν και ένα τόσο happy end που νομίζεις πως βλέπεις τη μελωδία της ευτυχίας. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, κακογραμμένοι διάλογοι, χάρτινοι και απόλυτα κλισέ χαρακτήρες χωρίς προσωπικότητα και ρεαλισμό. Πιο τρανταχτό παράδειγμα η Tess, η άγρια ιδιοκτήτρια του καμπαρέ που για αδιανόητο λόγο δέχεται τις συνεχείς αυθάδειες της Ali και αντί να την πετάξει έξω όπως περιμένουμε από τον τρόπο που μας την έχουν παρουσιάσει, τις καταπίνει και της δίνει και ευκαιρίες καριέρας. Περιέργως παρόλα τα παραπάνω, το Burlesque έχει ένα ακόμα πιο αρνητικό στοιχείο που χάνει τη χαζή ιστοριούλα να μοιάζει πταίσμα.

image

Μουσική, τραγούδια, σκηνή, χορός, καμπαρέ αλλά και υποκριτική. Το αν αρέσουν σε κάποιον τα συγκεκριμένα τραγούδια είναι υπόθεση πολύ προσωπική και δε μπορώ να την κρίνω, αν και προσωπικά ούτε με κούρασαν όπως αυτά του Sweeney Todd αλλά κανένα δε μου άρεσε και ιδιαίτερα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σκηνικό. Υποτίθεται ότι βρισκόμαστε σε ένα καμπαρέ, όχι σε μια μουσική σκηνή, κάτι που έκανε μερικά τραγούδια εντελώς άσχετα με το γενικό θέμα της ταινίας. Το ακόμα χειρότερο είναι ότι τα τραγούδια ήταν προηχογραφημένα σαν κομμάτια ενός album και είναι εντελώς εκτός κλίματος της live σκηνής. Και για να καταστραφεί και η τελευταία ελπίδα, τα περισσότερα δεν ήταν σωστά συγχρονισμένα με το στόμα αλλά ούτε και σωστά σκηνοθετημένα με αποτέλεσμα να βλέπουμε το ορθάνοιχτο στόμα να ουρλιάζει ΑΑΑ και να ακούμε απλά ένα α. Ερασιτεχνικά λάθη που δε συγχωρούνται. Στα ίδια χαμηλά επίπεδα βρίσκεται και το υποκριτικό κομμάτι με την Christina Aguilera να έχει μεν τη φωνή αλλά να είναι επιεικώς τραγική ηθοποιός, και την Cher να μετανιώνει που έκανε διάλλειμα από τη σύνταξή της. Cam Gigandet, Stanley Tucci και Kristen Bell, οι μόνοι που είναι πραγματικά αξιόλογοι.

Το Burlesque είναι δυστυχώς σχεδόν ερασιτεχνικό και αν δεν είχε το ταλέντο του Tucci και τη φωνή της Aguilere (μόνο τη φωνή), θα έπεφτε πολύ εύκολα κάτω από το ψυχολογικό όριο της βιντεοταινίας. Υπερβολικά ελαφριά ταινία, που όμως έχει στιγμές που σου προκαλεί εκνευρισμό με αποτέλεσμα να χάσει το feel good τόνο της.

4/10

 

25 Δεκεμβρίου 2010

Scott Pilgrim vs. the World [Ο Σκοτ Πίλγκριμ Εναντίον των 7 Πρώην] review

image

Μπορεί να μην είναι ο πιο γνωστός Βρετανός σκηνοθέτης αλλά με τις συνεργασίες του με τους Simon Pegg και Nick Frost στα Shaun of the Dead και Hot Fuzz, ο Edgar Wright έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο fanbase και αυτό θέλησε να εκμεταλλευτεί στη πρώτη του προσπάθεια στην άλλη μεριά του Ατλαντικού με το Scott Pilgrim vs. the World.

image

Ο Scott Pilgrim είναι ένας 23χρονος νέος, ελαφρώς loser που προσπαθεί να γίνει διάσημος με το συγκρότημα που έχει με τους φίλους του από το σχολείο. Τα αισθηματικά του δεν είναι και στη καλύτερη κατάσταση μετά από μια μεγάλη χυλόπιτα που έφαγε πριν ένα χρόνο και ξεγελάει τον εαυτό του με την 17χρονη Knives. Μέχρι που γνωρίζει την Ramona Flowers, την κοπέλα των ονείρων του και κάνει τα πάντα για να την κατακτήσει. Αυτό που δε ξέρει όμως είναι ότι η Ramona έχει 7 διαβολικούς πρώην, που πρέπει να νικήσει για να την κερδίσει. Η ταινία βασίζεται στην ομώνυμη σειρά graphic novels του Bryan Lee O'Malley.

Το Scott Pilgrim είναι ένα geeky homage στην 8μπιτη εποχή και το επιδεικνύει σε κάθε δευτερόλεπτο. Προφανώς δε βασίζεται στο σενάριο του το οποίο είναι ένα υπεραπλουστευμένο geeky-boy-loves-cool-girl, love story ώσπου ξαφνικά γίνεται…Street Fighter! Το εύρημα των 7 διαβολικών πρώην γκόμενων είναι το όχημα για μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές, γεμάτες από tributes σε κλασσικά games, μάχες διαφόρου τύπου από sword play μέχρι battle of the bands οι οποίες πραγματικά εξαντλούν τη δημιουργικότητα του σκηνοθέτη. Κερδισμένοι πόντοι και +1 ζωές, bonus όπλα και level up, VS screens μέχρι και αυθεντικά κέρματα που αφήνει πίσω το πτώμα του κάθε ηττημένου πρώην. Οπτικό υπερθέαμα με εξαιρετικά εφέ, όμως αυτό δε φτάνει.

image

Με τη πρώτη ματιά, ο Michael Cera είναι ιδανικός για το ρόλο αφού για ν-οστή φορά παίζει ακριβώς τον ίδιο ρόλο, αλλά και μόνο αυτό θα έπρεπε να κάνει το σκηνοθέτη να ψάξει λίγο περισσότερο αφού δεν αντέχουμε να βλέπουμε τον ίδιο αχώνευτο (ατάλαντο;) ηθοποιό να υποδύεται τον ίδιο ακριβώς χαρακτήρα ξανά και ξανά και ξανά, Ήμαρτον. Δυστυχώς το κακό δε σταματάει εκεί αφού και η Mary Elizabeth Winstead που υποδύεται την Ramona δεν είναι και το μεγαλύτερο ταλέντο ενώ σε όλη τη διάρκεια μας γίνεται αρκετά αντιπαθητική με αποτέλεσμα το κεντρικό love story να πάει περίπατο. Αντιθέτως υπάρχουν εξαιρετικά ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως η αδερφή του Scott, Anna Kendrick, η πρώην γκόμενα, νυν ντράμερ του συγκροτήματος Alison Pill, και κυρίως ο Kieran Culkin στον καλύτερο, αλλά δυστυχώς υπερβολικά μικρό, ρόλο της ταινίας που δίνει ρεσιτάλ σαν γκέι συγκάτοικος του Scott που με την κυνικότητά αλλά και τον αυθορμητισμό του θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Gregory House και Τζάμπα.

Επαναλαμβάνοντας τη φράση προ δύο παραγράφων, το Scott Pilgrim είναι ένα geeky homage στην 8μπιτη εποχή. Ξεκινάει απίστευτα διασκεδαστικά, ενθουσιάζεσαι και όσο προχωράει το μόνο που κάνει είναι να επαναλαμβάνεται πηγαίνοντας απλά από μάχη σε μάχη. Ο ενθουσιασμός σιγά σιγά καταλαγιάζει, λίγο αργότερα προσπαθείς να το κάνεις να σου αρέσει και στο τέλος απλά περιμένεις πως και πως για να τελειώσει. Το καινούριο σούπερ-ντούπερ video game μόλις ήρθε στο ουφάδικο της γειτονιάς σου και πάς με τον κολλητό σου για να το απολαύσετε, ξεκινάει πρώτος αυτός, τον βλέπεις να παίζει, ενθουσιάζεσαι με τα γραφικά, τις κινήσεις και περιμένεις τη σειρά σου αλλά αυτός έχει πάααρα πολλά κέρματα, συνεχίζει συνεχίζει, ελπίζεις να σταματήσει, συνεχίζει και μετά από ώρα καταλήγεις να βγεις έξω και να παίζεις φιδάκι στο κινητό…μπήκατε στο νόημα.

image

Για κάποιους, το να πω ότι το Scott Pilgrim είναι στο ίδιο επίπεδο με τις προηγούμενες ταινίες του, θα είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό αλλά έχοντας προσωπικά απογοητευτεί από εκείνες, περίμενα κάτι καλύτερο αλλά δυστυχώς, και αυτό βρίσκεται στα ίδια μέτρια επίπεδα, ίσως και λίγο χαμηλότερα…

5,5/10

 

21 Δεκεμβρίου 2010

Repo! The Genetic Opera [Φονική Συναλλαγή] review

image

Όταν πριν λίγους μήνες, βγήκε στις αίθουσες το Repo Men, πολλοί πίστευαν ότι ήταν κάποιου είδους remake ή sequel της (θεωρητικά) cult ταινίας Repo, The Genetic Opera που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια πριν. Τελικά αποδείχτηκε ότι οι δύο ταινίες δεν έχουν απολύτως καμία σχέση, εκτός του ότι έχουν ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο κεντρικό concept, έστω και αν το τελικό αποτέλεσμα είναι τελείως διαφορετικό.

Το Repo, είναι βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό που ανέβηκε το 2001 από τους ίδιους ακριβώς δημιουργούς με την κινηματογραφική ταινία, δηλαδή τους σεναριογράφους Darren Smith και Terrance Zdunich και τον σκηνοθέτη των Saw 2-4, Darren Lynn Bousman. Μετά την επιτυχία του Saw II, ο Bousman προσπάθησε άμεσα να μεταφέρει το θεατρικό στο μεγάλη οθόνη, γυρίζοντας μάλιστα το 2006 μια ταινία μικρού μήκους προσπαθώντας να πείσει τους παραγωγούς. Τελικά τα κατάφερε μετά το Saw IV, όταν και επιτέλους ξεκίνησε η παραγωγή του Repo.

image

Η κεντρικό θέμα των τεχνητών οργάνων και των Repo Men που αναλαμβάνουν να πάρουν πίσω, με κάθε βίαιο τρόπο, τα όργανα από αυτούς που δεν καταφέρνουν να πληρώσουν τις δόσεις τους, είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτός που είδαμε στο Repo Men. Όμως το Genetic Opera έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά σε “οικογενειακές ιστορίες” και όχι στη δράση και την εξέλιξη της πλοκής. Μια 17χρονη ονόματι Shilo Wallace με μια περίεργη ασθένεια στο αίμα της που ζει σχεδόν φυλακισμένη στο δωμάτιό της για να μην εκτεθεί σε κινδύνους, ο πατέρας της και η περίεργη ιστορία του θανάτου της γυναίκας του, ο Rotti Largo, ιδρυτής της GeneCo, εταιρίας που δημιουργεί τα τεχνητά όργανα που αργοπεθαίνει, τα τρία “περίεργα” παιδιά του που θέλουν να τον κληρονομήσουν, η Blind Mag, μια τραγουδίστρια με τεχνητά μάτια και όλα αυτά δένονται στην μεγάλη τελευταία Όπερα όπου όλα ξεκαθαρίζουν.

Το Repo, δε μας παραπλανεί με τον τίτλο του, αφού είναι όντως μια ροκ όπερα. Δεν υπάρχει σχεδόν ούτε γραμμή διαλόγου που να μην ερμηνεύεται τραγουδιστά…δυστυχώς. Δεν είμαι γνώστης των “κανόνων” των όπερας αλλά, λανθασμένα, περίμενα κάτι πιο τυπικό, ένα μιούζικαλ, με πλήθος ροκ τραγουδιών μεν αλλά και και την απαραίτητη πρόζα, κάτι που δυστυχώς δεν υπήρχε ενώ μερικά σημεία με ολιγόλεκτους διαλόγους ήταν πραγματικά τραγικά αφού δε μπορούσαν με τίποτα να συνδυαστούν με τη μουσική και να αποκτήσουν αρμονία. Αλλά δε πήγαμε ακόμη στα χειρότερα…

image

Το Repo, έχει το σεναριακό παράδοξο να μην έχει ενδιαφέρον το μέλλον αλλά το παρελθόν. Ολόκληρη η πρώτη ώρα της ταινίας αναλίσκεται στο να παρουσιάζει το παρελθόν των πολλών πρωταγωνιστών της κάτι που είναι θετικό, πρώτον γιατί το “παρελθόν” είναι πολύ πιο καλογυρισμένο και με περισσότερο ενδιαφέρον από το παρόν και το μέλλον που ουσιαστικά ξέρουμε λίγο-πολύ τι θα συμβεί αλλά κυρίως γιατί απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τις οθόνες μας η βασική πρωταγωνίστρια Shilo Wallace ή πιο σωστά η παντελών ατάλαντη, άφωνη και άρρυθμη Alexa Vega. Πραγματικά δε μπορώ να φανταστώ ότι η συγκεκριμένη “ηθοποιός”, ο θεός να την κάνει, πέρασε από οποιαδήποτε οντισιόν, τραγούδησε, έπαιξε και την επέλεξαν. Είναι, θεωρητικά, το πιο εμπορικό όνομα του cast αλλά χαντακώνει στο μέγιστο βαθμό μια ήδη μέτρια ταινία. Βέβαια, δε φταίει μόνο η Vega αφού τα περισσότερα τραγούδια όπως και οι περισσότεροι ηθοποιοί, με φωτεινή εξαίρεση τους Anthony Head και Sarah Brightman- ναι, τη γνωστή τραγουδίστρια, είναι κατώτατου επιπέδου, δεν ταιριάζουν οι στίχοι με τη μουσική, δε μπορούν να συγχρονιστούν οι ηθοποιοί και οι ερμηνείες, σωματικές και φωνητικές, είναι πραγματικά η μία (Paris Hilton) χειρότερη από την άλλη (Paul Sorvino).

image

Σεναριακά, το Genetic Opera έχει πολύ πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη από το Repo Men αλλά είναι πραγματικό κατόρθωμα να αντέξεις να το δεις μέχρι το τέλος. Φτηνιάρικη παραγωγή, κουραστικά τραγούδια, βασανιστικές ερμηνείες και η Alexa Vega, κερασάκι στη τούρτα. Μα, τι δουλειά έχει η Alexa Vega από το Spy Kids σε μια ροκ όπερα, εξηγείστε μου! Προτείνεται μόνο για λίγους, για πολύ λίγους…

3,5/10

 

16 Σεπτεμβρίου 2010

The Runaways review

imageimage

Οι Runaways δημιουργήθηκαν το 1975 από την ντράμερ Sandy West και την κιθαρίστρια Joan Marie Larkin ή όπως έγινε γνωστή Joan Jett. Αν πω ότι τις είχα έστω ακουστά πριν δω την ομώνυμη ταινία, θα πω ψέματα, έστω και αν η Joan Jett είναι από τα ιστορικά ονόματα της ροκ σκηνής. Με δεδομένη την πλήρη άγνοιά μου, το The Runaways με εξίταρε να ακούσω κάποια από τα τραγούδια τους αλλά φτάνει μόνο αυτό;

image

Οι προαναφερόμενες, έφηβες στην ηλικία μουσικοί, μαζί με τον ημίτρελο αλλά πανούργο manager Kim Fowley, έκαναν την αρχή ανακαλύπτοντας στην 15χρονη Cherie Currie, την lead singer του συγκροτήματος ώστε να ταράξουν τα νερά της ροκ με το πιο άγριο all-girl rock band. Η σταδιακή εναρμόνιση-εκπαίδευση της Cherie αφού δεν ήταν καν τραγουδίστρια, η συγγραφή των τραγουδιών, τα πρώτα live σε prive παρτύ και λούνα παρκ, έφεραν την μεγάλη επιτυχία των τουρνέ σε όλο τη κόσμο, την αναγνωσιμότητα αλλά και τις κόντρες.

Ο δρόμος προς την επιτυχία παρουσιάζεται σχεδόν στρωμένη με ροδοπέταλα, κάτι που προφανώς δεν ίσχυε, με σκοπό η σκηνοθέτης να εστιάσει στις σχέσεις μεταξύ των μελών του γκρουπ αλλά και να imageαποτυπώσει πιστά την εποχή. Έχοντας ουσιαστικά τρία καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη, το μοναδικό που είναι απολύτως επιτυχημένο είναι η αναπαράσταση της ροκ σκηνής της εποχής νοιώθοντας πραγματικά ότι βλέπεις τις αληθινές Runaways και μεγάλο ρόλο σε αυτή την επιτυχία έχουν οι εξαιρετικές ερμηνείες της Dakota Fanning και κυρίως των oscar-worthy Kristen Stewart και Michael Shannon στο ρόλο των Cherie Currie, Joan Jett και Kim Fowley αντίστοιχα.

Δυστυχώς τα υπόλοιπα “καρπούζια” πέφτουν από τα χέρια της Ιταλίδας σκηνοθέτιδας Floria Sigismondi, έστω και χωρίς να σπάσουν αφού και η καλλιτεχνική πορεία του συγκροτήματος και οι σχέσεις μεταξύ των μελών του, παρουσιάζονται με πολύ μικρή και επιφανειακή απλή καταγραφή γεγονότων χωρίς να δίνει ευκαιρία στο θεατή να συμπάσχει.

Το The Runaways σου προκαλεί σίγουρα τη περιέργεια να ενδιαφερθείς να μάθεις κάτι παραπάνω για την ιστορία αλλά και το μέλλον του συγκροτήματος και των μελών του ενώ ταυτόχρονα έχεις στο youtube να παίζουν τα Cherry Bomb, Crimson And Clover και I Love Rock N' Roll, αλλά μέχρι εκεί. Η ιστορία τους δεν έχει κάτι το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον εκτός του ιστορικού δεδομένου του girl-rock-band και των εκπληκτικών ερμηνειών της Kristen Stewart (ξεχάστε τις χαζομαρούλες των Twilight) και Michael Shannon.

6/10

 

Related Posts with Thumbnails