Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα War. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα War. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Νοεμβρίου 2016

Allied [Σύμμαχοι] review

Allied αφίσα
Robert Zemeckis v4.3. Η καριέρα του διάσημου σκηνοθέτη μέσα στα χρόνια πέρασε από τρία ιδιαίτερα ξεχωριστά στάδια, εκείνο της κωμικής περιπέτειας (Back to the Future, Romancing the Stone), εκείνο των Οσκαρικών -ή έστω wannabe- επικών ταινιών (Forrest Gump, Cast Away), εκείνο των motion captured animations (The Polar Express, Beowulf) και τώρα βρισκόμαστε αισίως στο 4ο, το πιο…ελεύθερου θέματος αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια του δραματικού. Μετά λοιπόν τα Flight και The Walk, μας παρουσιάζει το Allied.

23 Μαΐου 2012

War Horse [Το Αλογο του Πολέμου] review

image

Δεκατρία χρόνια μετά τη Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν, ο Steven Spielberg επιστρέφει στο είδος των πολεμικών ταινιών αλλά με κάτι τελείως διαφορετικό. Το concept του War Horse μοιάζει κάτι ανάμεσα σε ανέκδοτο και αριστουργηματικά ευφυές και ο Spielberg έχει αποδείξει πλειστάκις ότι κάτι τέτοιες ιδέες τις παίζει στα δάχτυλα…

1 Μαΐου 2011

Tomorrow, When the War Began review

image

Ο Αυστραλός Stuart Beattie, αν και μόλις 40 ετών, είναι (μαζί με τον Alex Garland) από τους πιο hot σεναριογράφους του Hollywood χάρη στα σενάριά του για τα Pirates of the Caribbean. Αυτή η επιτυχία του επέτρεψε να κάνει ένα βήμα παραπάνω. Επέστρεψε στη πατρίδα του, απέκτησε τα δικαιώματα της young-adult νουβέλας “Tomorrow, When the War Began” της 7τομης σειράς βιβλίων “Tomorrow” του John Marsden, και ανέλαβε το σενάριο και τη σκηνοθεσία του μεγαλύτερου Αυστραλέζικου blockbuster της χρονιάς.

Βρισκόμαστε στο Wirrawee, μια (φανταστική) κωμόπολη στα ανατολικά παράλια της Αυστραλίας. Μια παρέα 7 συμμαθητών, έχοντας πια συμπληρώσει τα 18 τους, φορτώνουν τα μπαγκάζια τους και πάνε για κάμπινγκ στη Κόλαση, ένα ειδυλλιακό ξέφωτο μέσα στο δάσος. Αρχίζουν να φαίνονται διάφορες αδυναμίες μεταξύ των δύο φύλων, και σαν νέοι διασκεδάζουν και χαζολογούν. Το βράδυ όμως, ένα σμήνος πολεμικών αεροπλάνων περνάν από πάνω τους. Φτάνει η ώρα της επιστροφής και γυρίζουν στα σπίτια τους για να ανακαλύψουν ότι κάποιος εχθρός εισέβαλε στη χώρα. Όλοι οι κάτοικοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και μια παρέα εφήβων δε μπορούν να κάνουν τίποτα για να τους βοηθήσουν, παρά να κρυφτούν και να ελπίζουν να μη τους ανακαλύψουν, η μήπως όχι…

image

Κακά τα ψέματα, το υποείδος των young-adult ταινιών, μας φέρνει στο νου δυσάρεστες κινηματογραφικές εμπειρίες με τα Twilight και Red Riding Hood να μην μας αφήνουν περιθώρια ελπίδας. Ο Beattie όμως καταφέρνει να παρουσιάσει ένα Χολιγουντιανό blockbuster με young-adult αισθητική, και όχι απλά μια “κορασιδοποίηση” κάποιου άλλου genre. Από την εισαγωγή που μας συστήνει τους πρωταγωνιστές με τα λιγότερα ή περισσότερα κλισέ, την αγρότισσα που ηγείται, την πρωτευουσιάνα, τον Έλληνα γοητευτικό κάφρο, τον Ασιάτη κτλ, την ρεαλιστική απεικόνιση της εφηβικής διασκέδασης και όχι το αμερικάνικο fuckfest, το young-adult στοιχείο σε συνδυασμό με την αυστραλέζικη νοοτροπία μας παρουσιάζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Βασικός στόχος της ταινίας είναι, εκτός φυσικά να διασκεδάσει με τη δράση της, να μας δείξει πως μια παρέα απλών παιδιών ξαφνικά βρίσκονται μόνα τους στη δύνη ενός ρεαλιστικού πολέμου. Επίτηδες, ο εχθρός που εισβάλει στη χώρα δε συγκεκριμενοποιείται, αφού πρωταγωνιστής δεν είναι ο πόλεμος και οι μάχες, αλλά η συμπεριφορά των παιδιών μπροστά σε αυτά τα γεγονότα, και μπορώ να πω ότι τα καταφέρνει αρκετά καλά. Μέχρι ένα σημείο, αφού δεν αποφεύγονται οι αμερικανιές με τον Ελληνάρα να πετυχαίνει με την πρώτη τον προβολέα ελικοπτέρου εν πτήση, και διάφορα παρόμοια τραγελαφικά. Το πρώτο και δεύτερο act με την εισαγωγή και τη προσπάθεια επιβίωσης είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιητικά, αλλά το τρίτο που μπαίνει μπροστά το σχέδιο αντεπίθεσης φτάνει σε γελοιότητα τις παιδικές ταινίες όπου ο ρεαλισμός πάει περίπατο και οι πιτσιρικάδες, κλέβουν ολόκληρα φορτηγά, σκοτώνουν, κάνουν σαμποτάζ και σχεδόν δε τους κυνηγάει κανείς.

image

Το Tomorrow, When the War Began είναι ένα αυστραλιανό blockbuster σε συσκευασία τσέπης. Αν και ο ρεαλισμός και η αθωότητα είναι αρχικά σε πολύ καλύτερα επίπεδα από τα αμερικάνικα μεγάλα αδέρφια, όταν ξεκινάει η δράση, και κυρίως η αντίδραση, ο Beattie ρίχνει τη ταινία του στο λάκκο με τα φίδια. Το περιορισμένο budget δεν του επιτρέπει να κάνει ΤΟ υπερθέαμα, και οι “απιθανότητες” δείχνουν πιο ψεύτικες από ποτέ. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το Tomorrow ήταν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της Αυστραλίας τη χρονιά που μας πέρασε και έχει ήδη αρχίσει η παραγωγή του sequel, κάτι που μάλλον με ευχαριστεί αφού σε γενικές γραμμές πέρασα ένα ευχάριστο (κάτι λιγότερο από) 2ωρο και θα ήθελα να δω τη συνέχεια της ιστορίας.

5,5/10

 

15 Απριλίου 2011

L`Ennemi Intime (Intimate Enemies) [Ο Εχθρός Μέσα Μου] review

image

Ο Γαλλο-Αλγερινός πόλεμος, ή καλύτερα η προσπάθεια της Αλγερίας για να ανεξαρτητοποιηθεί από τους Γάλλους στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, δεν είναι και από τα πιο γνωστά ιστορικά θέματα στο κοινό, κινηματογραφόφιλο ή μη. Το Intimate Enemies είναι ένα project που ασχολείται με ακριβώς αυτές, τις άγνωστες στους περισσότερους από εμάς, πολεμικές συρράξεις, με τον δημιουργό του Florent Emilio Siri να προσπαθεί επί αρκετά χρόνια να το φέρει στις οθόνες ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές.

Το σενάριο δεν απεικονίζει σε κάποια πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί δραματοποίηση αληθινών μαρτυριών από διαφορετικούς ανθρώπους και τα οποία μετά πλέχτηκαν σε μία ιστορία. Η ταινία ακολουθεί τον λοχαγό Terrien ο οποίο τοποθετείται ηγέτης της διμοιρίας που βρίσκεται στα βουνά της Αλγερίας και κυνηγάει τον Slimane, έναν από τους σημαντικότερους φελάχους που υποκινεί την αντιστασιακή δράση των Αλγερινών ενάντια στους Γάλλους. Μαζί με τον “καραβανά” λοχία Dougnac και τους στρατιώτες τους αναλαμβάνουν αποστολές ώστε να ανακαλύψουν την κρυψώνα του Slimane.

image

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταινίας είναι η ειρωνεία του “εμφύλιου” πολέμου αφού μέχρι πριν από λίγα χρόνια Γάλλου και Αλγερινοί συνυπηρετούσαν για να αποτρέψουν την ανεξαρτησία άλλων αποικιών της Γαλλίας. Στρατιώτες που κάποτε ήταν στην ίδια γραμμή, τώρα κατασφάζονται και η τραγικότητα της ερώτησης του Terrien στον Αλγερινό στρατιώτη του γιατί διάλεξε να πολεμήσει με τη Γαλλία και όχι με τους αντιστασιακούς συμπατριώτες του είναι μνημειώδης.

Αν και τυπικά υπάρχουν αρκετές σκηνές μάχης, αυτές δεν έχουν την Χολιγουντιανή επικότητα που έχουμε συνηθίσει, όχι τόσο γιατί δεν υπάρχουν τα τεχνικά (και οικονομικά) μέσα αλλά γιατί αυτός ο πόλεμος γινόταν με τους κανόνες των “κλεφτών και αρματολών”, ψηλά στα βουνά με κρυμμένους φελάχους πίσω από κάθε δέντρο και τους στρατιώτες να προσπαθούν να βρουν πληροφορίες για τον Slimane ενώ χάνουν τη ζωή τους χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ελευθέρους σκοπευτές. Οι μέθοδοι αντιμετώπισης των φελάχων με ναπάλμ αλλά και οι θηριωδίες ένθεν κι ένθεν, μαζί με την καταρράκωση της ψυχολογίας του “ανυποψίαστου” Terrien, μας δίνει και μερικές, άγριας γοητείας, κινηματογραφικές εικόνες.

Εδώ πρέπει να επιστρέψω στη πρώτη φράση της δεύτερης παραγράφου, όπου έγραψα ότι το Intimate Enemies είναι συρραφή γεγονότων και αυτό είναι το μεγαλύτερο αρνητικά, ή slang ξενέρωμα της ταινίας. Εκτός των δύο αξιωματικών, τους οποίους εξαίσια ενσαρκώνουν οι Benoît Magimel (Terrien) και ειδικά ο Albert Dupontel (Dougnac), και έναν στρατιώτη, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για κανέναν άλλον χαρακτήρα της ταινίας. Βλέπουμε τα στρατιωτάκια να σκοτώνονται και δε μπορείς να συμπάσχεις γιατί κινηματογραφικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από εκείνον που πέρασε στη προηγούμενη σκηνή πίσω από τον Terrien ή τον Dugnac. Η εξέλιξη της δράσης γίνεται σχεδόν με βιντεοπαιχνιδίστικο τρόπο, πάνε σε αποστολή, σκοτώνονται μερικοί, επιστροφή, σκηνή στο ΚΨΜ, επόμενη αποστολή, σκοτώνονται άλλοι τόσοι και ξανά από την αρχή. Τραγικό αποκορύφωμα η τσόντα δακρύβρεχτη μελοδραματική σκηνή προς το τέλος που έδειχνε τους “πεσόντες” και σχεδόν δεν θυμόμουν κανέναν από αυτούς, ούτε καν φατσικά.

image

Με την ιστορία να μην είναι το δυνατό μου σημείο, το L' Ennemi Intime, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, μου έδειξε πολύ ενδιαφέροντα, σχεδόν ντοκουμενταρίστηκα στοιχεία για την προσπάθεια ανεξαρτησίας της Αλγερίας από τη Γαλλία, είδα δύο πολύ καλές ερμηνείες, μερικές ψυχολογικά έντονες σκηνές με ιδιαίτερα καλογραμμένους διαλόγους αλλά όλα αυτά δεν ταίριαξαν ώστε να παρακολουθήσουμε κάτι καλύτερο από απλά τη συρραφή των συστατικών της.

6/10

 

16 Ιανουαρίου 2011

Centurion (Σιωπηλός Εχθρός) review

image

Ο Βρετανός βασιλιάς του action-gorror genre, Neil Marshall, επιστρέφει, όχι με το Burst 3D, όπως είχε αρχικά ανακοινώσει, αλλά με μια “ιστορική” ταινία τοποθετημένη στην εποχή της εξάπλωσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Βρετανία. Μπορεί η αιματηρή τρέλα του που απολαύσαμε στα Doomsday και Descent, ή ακόμα και στο cult Dog Soldiers, να μεταφερθεί στο πιο ρεαλιστικό περιβάλλον του 2ου μ.Χ αιώνα;

image

Ο εκατόνταρχος Quintus Dias, είναι ο μοναδικός επιζών της επίθεσης των ιθαγενών Pict, στο φυλάκιο των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα βόρεια της Βρετανίας, περίπου στη σημερινή Σκοτία, από τους οποίους και αιχμαλωτίζεται. Την ίδια ώρα, σε ένα άλλο στρατόπεδο της περιοχής, ο στρατηγός Virilus παίρνει τη διαταγή να μαζέψει τους άντρες του και να κατευθυνθούν προς την περιοχή των Pict, με σκοπό να σκοτώσουν τον αρχηγό τους Gorlacon, ώστε επιτέλους να καταλάβουν και το τελευταίο κομμάτι της Βρετανίας, που τόσο καιρό δεν έχουν καταφέρει λόγω της αντίστασης των Pict. Ο δρόμος των δύο συναντιέται, ο Dias απελευθερώνεται και μαζί με τον Virilus και τους άντρες του κατευθύνονται προς τους Pict, όμως πέφτουν σε παγίδα και οι περισσότεροι από αυτούς σφαγιάζονται, με τους ιθαγενείς να παίρνουν αιχμάλωτο τον Virilus. Τώρα ο Dias, μαζί με 6 επιζώντες, πρέπει να απελευθερώσουν τον Virilus, να σκοτώσουν τον Gorlacon και να επιστρέψουν πίσω ζωντανοί.

Μόνο μετά το τέλος της ταινίας, και αφού μπήκα στη διαδικασία να ψάξω για την ιστορία της, έμαθα ότι βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, κάτι που έστω και εκ των υστέρων, την έκανε αρκετά πιο ενδιαφέρουσα. Ο “θρύλος” της ιστορικής 9ης λεγεώνας χρησιμοποιήθηκε με αρκετά ενδιαφέρον τρόπο ώστε χωρίς να γεμίσουμε άχρηστες ιστορικές λεπτομέρειες, έδωσε ένα ρεαλιστικό βάθος σε μια κατά τ’ άλλα ρηχή ταινία.

image

Το Centurion δεν είναι ένα ιστορικό έπος τύπου Μονομάχος, και απλά στη βάση του σκηνικού των μαχών των Ρωμαίων με τους Πικτ, χτίζει μια υπεβίαια, σε σημείο καρτουνισμου, περιπέτεια δράσης. Το σημείο αναφοράς της ταινίας είναι, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του Marshall, η βία. Μάχες με σπάθες, τσεκούρια, ανελέητες σφαγές και τα ανθρώπινα μέλη να πετάγονται προς κάθε κατεύθυνση ανεξέλεγκτα. Παρότι οι μάχες είναι καλοσκηνοθετημένες, έντονες και ηδονικά βίαιες, έχουν δύο μεγάλα μειονεκτήματα, την υπερβολή και την αδυναμία πρωτοτυπίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, στο Μονομάχο, στο Braveheart και σε τόσες άλλες ταινίες εποχής έχουμε δει ανάλογες σκηνές μάχης και αναγκαστικά ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει μία από τα ίδια. Ο τρόπος που βρίσκει για να σπάσει αυτή τη μονοτονία είναι η Υπερβολική βία, με το Υ κεφαλαίο, σε σημείο που χάνει τα όρια του ρεαλισμού. Πιο χαρακτηριστική σκηνή που πραγματικά χάθηκε το όριο, το οριζόντιο κόψιμο του κεφαλιού ενός άτυχου Ρωμαίου στη μέση από ένα απλό σπαθί…ούτε lightsaber να ήταν!

Έχοντας ρίξει όλο το βάρος στις μάχες, οι υπόλοιπες σκηνές είναι απλά διεκπεραιωτικές. Οι χαρακτήρες είναι χάρτινοι, δε προλαβαίνουμε να έχουμε οποιοδήποτε δέσιμο μαζί τους. Ευτυχώς όμως όλοι έχουν το ρόλο τους εκεί που χρειάζεται, στη μάχη. Η Etain, η μυστηριώδης ιχνηλάτης και η Arianne, η εκδιωγμένη μάγισσα είναι δύο από τους χαρακτήρες που ενώ θα μπορούσαν να έχουν ουσιαστικό ρόλο, υπάρχουν μόνο ως “manipulated living” όπως θα έλεγε και ο Kelly, για να παριστάνει τον μυστηριώδη εχθρό η πρώτη, και την αγγελική άγνωστη η δεύτερη. Το ευρωπαϊκό cast του Σιωπηλού Εχθρού (γιατί όχι απλά Εκατόνταρχος;) είναι ικανοποιητικό με αρκετές γνωστές φυσιογνωμίες όπως Michael Fassbender, Dominic West, Olga Kurylenko, Imogen Poots αλλά όπως προείπα λόγω του υπερτονισμού της δράσης, δεν έχει και μεγάλη σημασία η ερμηνεία τους. Πάντως κανένας τους δεν ξεχωρίζει αρνητικά ή θετικά.

image

Το Centurion, είναι μια αρκετά διασκεδαστική ταινία δράσης που όμως δεν έχει να μας δείξει κάτι καινούριο. Εντυπωσιακές σκηνές δράσης αλλά με αρκετά μειονεκτήματα, υποβαθμισμένη ιστορία που κάνει την ταινία γρήγορη αλλά μας αποξενώνει από τους ήρωες. Τι λείπει από τη νέα ταινία του Marshall, η καταδίωξη λίγο πριν το τέλος του Doomsday, το πέταγμα από τη καρέκλα όταν πρωτοείδαμε τα πλάσματα στη Κάθοδο, η τρέλα του σκηνοθέτη. Μπορεί να μη βαρεθείτε στα 90 λεπτά της διάρκειάς της αλλά πιθανότατα δε θα τη ξανασυζητήσετε ποτέ σας όπως ίσως κάνατε για τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη.

5,5/10

 

10 Νοεμβρίου 2010

Darfur review

image

Τελικά δε βάζω μυαλό. Ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω γιατί, αλλά επιμένω να βλέπω όσο περισσότερες ταινίες του Herr Doktor Uwe Boll, ίσως θέλω να δω πόσο πιο χαμηλά θα πέσει. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, καταπιάνεται με την πολυξακουσμένη αλλά ουσιαστικά άγνωστη στους περισσότερούς μας, σφαγή στο Νταρφούρ, ένα μικρό σουλτανάτο στα δυτικά του Σουδάν. Με λίγα λόγια πρόκειται για τη μαζική εξόντωση των μαύρων Αφρικανών της περιοχής από τους Σουδανούς Άραβες. Η “μάχη” μαίνεται από το 2003 και πάνω από 300000 άμαχοι έχουν σφαγιαστεί αδιακρίτως ηλικίας και φύλου.

imageΤο Darfur (ή Attack on Darfur) ακολουθεί μια ομάδα αμερικάνων δημοσιογράφων που έχουν πάει στη περιοχή για να καταγράψουν τις θηριωδίες και να μιλήσουν με τους κατοίκους. Με τη συνοδεία του λοχαγού Jack Tobamke της A.U. (African Union) που βρίσκεται στη περιοχή ως παρατηρητής και με ιδιαίτερη προσοχή, μεταφέρονται στο μικρό χωριό Nabagaia, κάπου στη μέση της ερήμου, το τελευταίο χωριό που έχει επιζήσει από τις επιθέσεις των αράβων πολεμιστών Janjaweed, που έγιναν γνωστοί για τις σφαγές, τους βιασμούς και τις κακοποιήσεις που διαπράττουν. Οι 6 δημοσιογράφοι μαζί με τον Tobamke, φτάνουν στο χωριό και με τη πίεση του χρόνου μαθαίνουν για τη πραγματική γενοκτονία, μιλάνε με τους κατοίκους, τους λένε συγκλονιστικές λεπτομέρειες όπως ο βιασμός ώστε να μολύνουν τις γυναίκες με AIDS. Όμως οι Janjaweed τους προλαβαίνουν αλλά αυτοί αποφασίζουν να μείνουν στο χωριό πιστεύοντας ότι μπροστά σε δημοσιογράφους δε θα τολμούσαν να κατακρεουργήσουν άλλο ένα χωριό. Όμως οι Άραβες τους διώκουν κακήν-κακώς και αναγκαστικά μπαίνουν στα αυτοκίνητα και παίρνουν το δρόμο προς το γυρισμό ουσιαστικά καταδικάζοντας το χωριό. Οι τύψεις μερικών από τους δημοσιογράφους είναι τόσο πολλές που αναγκάζονται να αντιδράσουν. Δύο από αυτούς, μαζί με τον Tobamke επιστρέφουν στο χωριό για να σώσουν ότι μπορούν…

image

Η ταινία είναι ξεκάθαρα χωρισμένη σε 3 acts με εντελώς διαφορετικό ύφος το ένα από το άλλο με μόνο κοινό την handheld camera στη οποία έχει καταφύγει ο Boll στις τελευταίες του ταινίες για ρεαλιστικούς λόγους, όπως ο ίδιος δήλωσε. Το πρώτο μέρος είναι ένα καθαρά δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ με τους δημοσιογράφους να οδηγούνται στο χωριό ενώ ταυτόχρονα να μας παρουσιάζεται η καθημερινότητα των χωρικών. Οι δημοσιογράφοι φτάνουν και μέσω των συνεντεύξεων που παίρνουν από τους κατοίκους, μαθαίνουμε πολλές πληροφορίες για το πόλεμο του Νταρφούρ, τις θηριωδίες των Αράβων και γενικά πολλές πληροφορίες, ιδιαιτέρα χρήσιμες για αυτούς που δε ξέρουν και πολλά για το θέμα. Όντας ένας από τους τελευταίους, το συγκεκριμένο μέρος που έδωσε με πολύ έξυπνο τρόπο όλο το background που δε γνώριζα. Όμως ο Boll, υπερεκτίμησε τους ηθοποιούς του και ουσιαστικά έκανε το γύρισμα χωρίς σενάριο. Αντίθετα, για λόγους ρεαλισμού, πήρε πραγματικούς Σουδανούς που έζησαν το πόλεμο και έβαλε τους ηθοποιούς του να τους πάρουν συνέντευξη. Αξιοπρόσεκτη προσπάθεια για αποτύπωση με μέγιστο ρεαλισμό αλλά το όλο εγχείρημα του γύρισε μπούμερανγκ λόγω…αταλαντοσύνης. Μπορεί το cast να είναι σχετικά γνωστό αλλά δε φημίζεται για το ταλέντο του και τόσο οι ερωτήσεις που έκαναν στους χωρικούς, όσο και ο τρόπος αντίδρασής τους σε αυτές αλλά κυρίως ο τρόπος αφήγησής από τους ίδιους τους χωρικούς που έπρεπε να υποδυθούν τη ζωή τους, είναι παντελώς μη πιστευτή όσο αληθινά και αν είναι ή προσπαθεί να μας πείσει ο σκηνοθέτης ότι είναι.

imageΤο δεύτερο μέρος αποδεικνύει περίτρανα τη μεγαλομανία του σκηνοθέτη. Δεν του έφτανε ότι ήδη είχε στα χέρια του ένα τόσο τραγικό και σκληρό θέμα, έπρεπε να το παρουσιάσει οπτικά με το πιο σκληρό και σοκαριστικό τρόπο. Βιασμοί, ακρωτηριασμοί, δολοφονίες παιδιών, μέχρι και “παλούκωμα” βρέφους! Απίστευτα σκληρές σκηνές που μπορεί, εν μέρη, να έχουν λόγο παρουσίας για ψυχολογικούς ή μάλλον ψυχοβγαλτικούς λόγους αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Boll ξέφυγε από τα όριο της υπερβολής. Η αποχώρηση των δημοσιογράφων από το χωριό που ουσιαστικά το καταδίκασε, ήταν η πιο συγκλονιστική σκηνή αφού πολλές φορές η απουσία διαλόγου είναι πολύ καλύτερη από τη παρουσία του. Και κάπου εκεί, ένας από αυτούς (εντελώς τυχαία ο μικροκαμωμένος Σκοτσέζος!) ξεσπάει και αποφασίζει να αντιδράσει. Όση ανθρωπιά και να έχω, δε μπορώ να πιστέψω ότι ένας έμπειρος δημοσιογράφος θα έπαιρνε ένα όπλο και θα πήγαινε να το παίξει John Rambo εναντίον ολόκληρης ομάδας πολεμιστών, οπλισμένοι μέχρι τα μπούνια. Ακόμα όμως και αυτός ο παραλογισμός που χαλάει πολύ μεγάλο μέρος του ρεαλισμού, έχει ένα άκρως ικανοποιητικό και κινηματογραφικό φινάλε που όμως δεν αθωώνει την επιλογή του Ράμπο δημοσιογράφου.

Για δεύτερη φορά μετά το Heart of America, ο γερμανός σκηνοθέτης μας αποδεικνύει ότι δεν είναι εντελώς παρανοϊκός αλλά έχει και κάποιο ταλέντο και πραγματικά αγαπάει αυτό που κάνει. Ενώ κάθε act έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι πλημυρισμένο από λάθη ή υπερβολικές επιλογές που δε μπορεί να αποδεχτεί το κοινό. Ακόμα και έτσι όμως, είναι μια ταινία που, αν έχετε γερό στομάχι, αξίζει να δείτε, έστω και μόνο τον δυνατό, σκληρό, βασανιστικό ρεαλισμό που την διέπει στη μεγαλύτερή της διάρκεια.

5/10

 

27 Ιουλίου 2010

Triage review

Layout 1Triage: Επιλογή και κατάταξη των θυμάτων σε κατηγορίες με σκοπό την κατάλληλη αγωγή ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ο πολυβραβευμένος για το No Man’s Land, Βόσνιος σκηνοθέτης Danis Tanovic επιστρέφει με την τρίτη μεγάλου μήκους και πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, και μας μεταφέρει στο Κουρδιστάν του 1988.

Ο Mark Walsh είναι ένας Ιρλανδός πολεμικός φωτορεπόρτερ με πάμπολλες αποστολές στο βιογραφικό του και με βλέψεις να δουλέψει για κάποιο μεγάλο περιοδικό όπως το Time, ρισκάροντας και τη ζωή του για μια καλή φωτογραφία. Μαζί με τον φίλο του και συνεργάτη David, βρίσκονται στο Κουρδιστάν, σε ένα πρόχειρο αρχηγείο των Κούρδων παρακολουθώντας και καταγράφοντας τις κινήσεις τους περιμένοντας τη μεγάλη επίθεση στους Ιρακινούς ώστε να μπορέσουν να την αποθανατίσουν. Ο Mark θέλει οπωσδήποτε να είναι εκεί για την επίθεση, η οποία όμως αργεί και ο David θέλει να γυρίσει για να προλάβει την γέννηση του παιδιού του, που περιμένουν από μέρα σε μέρα. Οι φίλοι διαφωνούν, χωρίζουν οι δρόμοι τους, ο Mark τραυματίζεται ελαφρά και μετά από λίγες μέρες επιστρέφει πίσω στη γυναίκα του Elena, όμως ο David αγνοείται. Οι πόνοι από το τραύμα του Mark επιδεινώνονται παρόλο που δεν υπάρχουν σωματικοί λόγοι και έτσι η Elena φωνάζει τον ψυχοθεραπευτή παππού της για να βρεθούν τα αίτια της ψυχοσωματικής κατάστασης του Mark.triage07

Παρόλο που η ταινία χωρίζεται σε δύο εμφανώς διαφορετικά είδη, το πολεμικό και το ψυχολογικό δράμα, δεν αλλάζει σε όλη της τη διάρκεια το χαμηλοβλεπών ύφος της ώστε να μην υπερτονίσει κανένα από τα δύο. Δε μπορώ να τη χαρακτηρίσω ταινία χαρακτήρων όσο ταινία μηνυμάτων. Χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς του μόνο ως παράπλευρους παράγοντες για να περιγράψει το…triage και πως αυτό μπορεί να γίνει από μια βάρβαρη τακτική, ο μόνος τρόπος διάσωσης. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που μοιάζει η ταινία να μην έχει καρδιά, να μην έχει ένταση, να μη προκαλεί τη συμπόνια αλλά σίγουρα ούτε και την αδιαφορία. Η τοποθέτηση της ιστορίας σε έναν “πόλεμο” που κρατάει αιώνες χωρίς ουσιαστικό νικητή ή ηττημένο απομακρύνει την όποια ένταση μπορεί να προκαλέσει ένα πολεμικό δράμα ενώ το δεύτερο μέρος, παρά την επιβλητική παρουσία του Christopher Lee στο ρόλο του υπερήλικου ψυχοθεραπευτή, δεν γίνεται απόλυτα πιστευτό, παρά μόνο αποτελεί τροχοπέδι για να έρθει το φινάλε και να περάσει το μήνυμα που επιθυμεί ο σκηνοθέτης.triage04

Ο διεκπεραιωτικός ρόλος που έδωσε στους ηθοποιούς του, ο σκηνοθέτης, δε σημαίνει ότι τους αφαίρεσε και τις δυνατές ερμηνείες με τον Colin Farrell να είναι πραγματικά πολύ καλός εκτός ελαχίστων σκηνών και την Paz Vega να προσπαθεί να πείσει για την αγγλόφωνη ερμηνεία της αλλά ότι και να κάνει δε μπορεί να φτάσει σε ποιότητα τις ελάχιστες ισπανόφωνες ατάκες της. Ο Lee απολαμβάνει τον περίπλοκό ρόλο τους ψυχοθεραπευτή των δολοφόνων πολέμου μεταξύ των οποίων και του Franco, δικτάτορα της Ισπανίας, και δε καταβάλλει και ιδιαίτερη προσπάθεια για να τον ερμηνεύσει άψογα.

Ο Danis Tanovic έμεινε στα ρηχά και δε ρίσκαρε προσπαθώντας το κάτι παραπάνω. Ο μονολεκτικός τίτλος της ταινίας τον στοίχειωσε και έχασε το νόημα. Παρόλο που το Triage δε κουράζει, δε καταφέρνει να ενθουσιάσει σε κανένα του σημείο και απλά προσπερνάει.

5,5/10

29 Ιουνίου 2010

Green Zone review

green_zoneΕίναι δεδομένο ότι παρά τις υπόλοιπες προσπάθειες του, 40χρονου πια, Matt Damon, η δεκαετία του 2000 άνηκε στον Jason Bourne. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι η σειρά δεν άξιζε τη φήμη που απέκτησε αλλά ο ηθοποιός ταυτίστηκε υπερβολικά με το ρόλο σε σημείο να γίνει αντιπαθής σε αυτούς που δε τους άρεσε η σειρά και να ξεχάσουν ότι έχει κάνει πριν τα Bourne αλλά και κατά τη διάρκεια τους. Με τον Damon να αποτελεί πια παρελθόν (;;;) από τη σειρά αφού αν αυτή συνεχιστεί, ο τελευταίος πιθανότατα δε θα επιστρέψει, έπρεπε να προχωρήσει σε νέες δουλειές αλλά όχι και νέες συνεργασίες αφού για τρίτη φορά μετά τα Bourne Supremacy και Bourne Ultimatum, συνεργάζεται με τον βρετανό σκηνοθέτη Paul Greengrass σε μια ταινία που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αρκετά διαφορετική από τις προηγούμενες συνεργασίες τους αλλά δε σημαίνει και ότι είναι.

Green Zone Call Sheet No. 6 for Friday 7th November.Βρισκόμαστε στο 2003, ο Roy Miller είναι ένας αξιωματικός του αμερικάνικου στρατού που τοποθετήθηκε εδώ και μερικές εβδομάδες στο Ιράκ, σαν αρχηγός της ομάδας υπεύθυνης για να βρει τα όπλα μαζικής καταστροφής, το λόγο που η αμερικάνικη κυβέρνηση τόνισε περισσότερο σαν βασική αιτία της εισβολής. Μαζί με την ομάδα στρατιωτών του, επί εβδομάδες ακολουθούν τις πληροφορίες που τους δίνουν οι ανώτεροί τους αλλά δε βρίσκουν απολύτως τίποτα. Οι συνεχής άσκοπες αποστολές έχουν εκνευρίσει τον Miller αφού σε μια τέτοια εμπόλεμη περιοχή, χάνει συντρόφους του χωρίς ουσιαστικό λόγο, αποφασίζει να ψάξει από που έρχονται αυτές οι πληροφορίες. Αυτά που θα μάθει θα τον φέρουν αντιμέτωπο με έναν “εμφύλιο” ανάμεσα στους κυβερνητικούς αμερικάνους και τη CIA στο έδαφος του Ιράκ, αναγκάζοντάς τον να πάρει θέση με έναν από τους δύο με αποτελέσματα πολύ έντονα από ένα απλό παιχνίδι εξουσίας.

Η ιστορία που ανέλαβε να γυρίσει ο Greengrass είναι “θεωρητικά αληθινή” και βασίζεται στο βιβλίο του Ινδοαμερικάνου δημοσιογράφου Rajiv Chandrasekaran της Washington Post που είχε σκοπό να επιδείξει το τρόπο που η Αμερική χειρίστηκε την μετά-Σαντάμ εποχή στο Ιράκ. Το Green Zone (που αρχικά είχε τον πολύ πιο ενδιαφέρον τίτλο Imperial Life in the Emerald City, τον τίτλο δηλαδή του βιβλίου στο οποίο βασίζεται) είναι ένα κράμα πολιτικού θρίλερ και πολεμικής ταινίας με τα δύο στοιχεία να ακροβατούν στο 50-50. Δυστυχώς όμως το σενάριο του Brian Helgeland που μας έχει συνηθίσει σε πιο…ελαφριά γραπτά όπως τα A Knight's Tale και The Taking of Pelham 1 2 3, έχει μια, αν όχι ασόβαρη, τουλάχιστον light άποψη για το πόσο σημαντική είναι μια εισβολή κάνοντας έναν στρατιωτικό όμως ο Miller να το παίζει Bourne και να προσπαθεί μόνος του να ξεσκεπάσει ένα τεράστιο ψέμα. Υπάρχουν κανόνες στο κινηματογράφο που πρέπει να σπάνε μόνο με κάτι καλύτερο, και ο Helgeland σίγουρα δεν έχει τα φόντα.

Όσο για τη σκηνοθεσία του πολυβραβευμένου Βρετανού, όλοι ξέρουμε την διαολεμένη ταχύτητα του μοντάζ του και τις μινιμαλιστικές αλλά εντυπωσιακότατες σκηνές δράσης που κάνουν τις ταινίες του να ξεχωρίζουν. Και τα δύο παραπάνω στοιχεία υπάρχουν στο Green Zone, το πρόβλημα είναι ότι το Green Zone δεν είναι μια απλή περιπέτεια και τα παραπάνω συστατικά πέφτουν λίγο βαριά και μη ρεαλιστικά. Βέβαια καταφέρνει να κρατήσει έναν εξαιρετικό ρυθμό σε ολόκληρη τη ταινία αλλά κάπου εκεί, λίγο πριν το τέλος, βάζει ένα μεγάλης διάρκειας και έκτασης κυνηγητό στα σοκάκια της Βαγδάτης που φέρνει στο μυαλό την αντίστοιχη σκηνή στο Bourne Ultimatum, αλλά εδώ, αντίθετα με τη προηγούμενή του ταινία, δε ταιριάζει καθόλου, προκαλώντας …δε μπορώ να βρω άλλη λέξη από “ξενέρωμα”.

Οι ικανοποιητικές ερμηνείες από τον Matt Damon και τους συμπρωταγωνιστές του Greg Kinnear, Brendan Gleeson, Amy Ryan, Jason Isaacs αλλά κυρίως τον, κάποτε ερασιτέχνη Khalid Abdalla που μετά τα United 93 και The Kite Runner, μας εντυπωσιάζει για μια ακόμη φορά, δε φτάνουν για να προκαλέσουν μια ανάλογη επιτυχία με το The Hurt Locker που η Universal Pictures ήλπιζε. Το Green Zone είναι μια ταινία εύκολη στη παρακολούθηση, που δε θα σας κάνει να βαρεθείτε αλλά μοιάζει τόσο ρηχή σε σχέση με το θέμα που καταπιάνεται που σε αφήνει σχεδόν αδιάφορο.

 

6/10

 

15 Μαΐου 2010

The Messenger review

messenger Φαίνεται ότι τα κακά παιδιά του Hollywood άρχισαν να βάζουν μυαλό. Τα αποτελέσματα είναι αδιαμφισβήτητα θετικά και για τους ίδιους αλλά και για εμάς γιατί ξαναβλέπουμε ηθοποιούς όμως ο Robert Downey Jr και ο Woody Harrelson να ερμηνεύουν ρόλους όπως λίγοι μπορούν. Η επιβεβαίωση για την συνεχή ανοδική πορεία του τελευταίου είναι η πρόσφατη υποψηφιότητα του για β’ ανδρικό ρόλο στη ταινία του Oren Moverman, The Messenger.

the_messenger03 Ο Ισραηλινός σεναριογράφος της βιογραφίας του Bob Dylan, I'm Not There, αναβαθμίζει το ρόλο του αναλαμβάνοντας και τη σκηνοθεσία μιας ιστορίας δύο βετεράνων στρατιωτικών που έχουν το ρόλο των “αγγελιοφόρων του θανάτου”. Ο Will Montgomery μετά από τη θητεία του στο Αφγανιστάν γυρνάει στη πατρίδα ως ήρωας αλλά λόγο ενός τραυματισμού στο μάτι του δίνεται ως πόστο, αυτό του αγγελιοφόρου συλλυπητηρίων. Μαζί με τον “παλιό” Tony Stone έχουν τη τραγική ευθύνη να ενημερώνουν τους συγγενείς των πεσόντων στρατιωτών για το θάνατό τους με όσο το δυνατό πιο αυστηρό και “στρατιωτικό” τρόπο. Φυσικά μόνο ευχάριστο δεν είναι αυτό το πόστο για τον μάχιμο Will αλλά μέσα από μια δύσκολη σχέση με τον Tony προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας να αντιμετωπίσει τα μεταπολεμικά τραύματα αλλά και την high school sweetheart Kelly, η οποίο κατά τη θητεία του, συνέχισε τη ζωή της με κάποιον άλλον. Το αναπάντεχο όμως σε αυτή τη πορεία είναι η περίεργη σχέση που αναπτύσσει με τη χήρα ενός από τους πεσόντες στην οποία πήγε να ανακοινώσει το θάνατο του συζύγου της.the_messenger04

Στην καρδιά της ταινία βρίσκουμε τη προσπάθεια ενός μάχιμου στρατιωτικού που μετά από  ένα ατυχές συμβάν γυρνάει στο σπίτι του, τιμημένος από τη πατρίδα αλλά όχι και από τον εαυτό του, προσπαθώντας να ξεπεράσει τα προσωπικά του βιώματα. Το περιτύλιγμα του “angel of death” όπως χαρακτηρίζεται το πόστο του είναι μια πολύ έξυπνη σεναριακή ιδέα που αποδίδει και τονίζει τη ψυχολογική κατάσταση του ήρωα φέρνοντάς τον σταδιακά στη κατάρρευση. Το δεύτερο όμως σεναριακό εύρημα της σχέσης του με μια χήρα κάποιου άλλου στρατιώτη, εκτός ότι δε γίνεται εύκολα πιστευτή, έχει το επιπλέον μειονέκτημα του miscast της Samantha Morton που παρά το απίστευτο ταλέντο της, δε μπορεί να πείσει στο ρόλο της γυναίκας που θα έλξει τόσο πολύ και τόσο “ένοχα” έναν νεαρό στρατιωτικό. Το σχεδόν καταστροφικό για τη ταινία είναι ότι σπαταλιέται υπερβολικά πολύς χρόνος σε άβολα βλέμματα και διαλόγους μεταξύ του Will και της Olivia που κουράζει αδικαιολόγητα σε σημείο να ξεχνάς ότι το Messenger είναι μια πραγματικά καλή ταινία.

the_messenger11 Το The Messenger είναι μια δραματική αλλά όχι δακρύβρεχτη μεταπολεμική ιστορία, με εξαιρετικές ερμηνείες από τους Woody Harrelson, Ben Foster, Samantha Morton αλλά και από τους Steve Buscemi και Jena Malone σε μικρότερους ρόλους και μια δεμένη σκηνοθετική ματιά που όμως χάνει μεγάλο μέρος από τη γοητεία της λόγω μιας από τις υποιστορίες και της επιλογής της ταλαντούχας μεν, αταίριαστης δε Morton.

 

6,5/10

 

Related Posts with Thumbnails