18 Φεβρουαρίου 2017
27 Ιανουαρίου 2017
13 Δεκεμβρίου 2012
The Innkeepers review
19 Σεπτεμβρίου 2012
ATM review
Η slasher-mania που επικρατούσε προ 10-15ετίας μοιάζει να τέλειωσε απότομα λόγω υπερέκθεσης και άφησε τους φίλους του είδους «στερημένους». Σπάνια βλέπουμε πια ένα παλιομοδίτικο, απλό, κλειστοφοβικό θρίλερ με μόνο σκοπό τη διασκέδαση, χωρίς φαντάσματα και αηδιαστικούς αυτοακρωτηριασμούς, και το ATM έμοιαζε ακριβώς αυτό. Παρά την απλοϊκότητά του, που ήταν παραπάνω από εμφανής και από το trailer, έμοιαζε σαν αχτίδα πραγματικής και άμυαλης διασκέδασης. Άμυαλης, όχι λοβοτομημένης…
26 Αυγούστου 2012
Underworld: Awakening [Underworld: Η Αναγέννηση] review
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις του κλέφτη, τέσσερεις και σε τσακώσαμε… Η σειρά Underworld, μπορεί ποτέ να μην αποτέλεσε το τεράστιο blockbuster όμως κατάφερε κάτι σχεδόν αδιανόητο για το σημερινό Hollywood, δε βασίστηκε σε κανένα graphic novel, σε κανένα comic, αντίθετα αποτέλεσε «πρωτότυπη» ιστορία, και παρά τις αντίθετες προσδοκίες, κατάφερε να μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο με τρεις σχεδόν εξίσου καλές ταινίες. Οι παραγωγοί πίστεψαν ότι μπορούν να τα καταφέρουν και τέταρτη φορά αλλά διαψεύστηκαν πανηγυρικά.
22 Μαΐου 2012
Red State review
Τον λατρεύεις ή τον μισείς. Ο Kevin Smith ήταν πριν περίπου 15 χρόνια το τρομερό παιδί του νέου αμερικάνικου σινεμά. Με το κλασσικό πια Clerks, δημιούργησε μια τεράστια fanbase με το φημισμένο Askewniverse και τους χαρακτήρες Jay & Silent Bob να πρωτοστατούν. Αν και τα επόμενα χρόνια είχε μια ικανοποιητική πορεία, δε κατάφερε ποτέ το κάτι παραπάνω. Κάθε βήμα προς μια διαφορετική κατεύθυνση, όπως η ρομαντική κομεντί Jersey Girl και η κωμική περιπέτεια Cop Out πήγαν σχεδόν άπατα, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να επιστρέφει στις ρίζες του, βλέπε Clerks 2, Zack and Miri. Μετά τη τελευταία καταστροφή του Cop Out, αντί να κάνει ακόμα ένα βήμα πίσω, αποφάσισε να κάνει το άλμα μπροστά, με το ψυχολογικό θρίλερ Red State δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του σε ένα είδος που δεν έχει καμιά εμπειρία, αναλαμβάνοντας σχεδόν πλήρως τη παραγωγή του αλλά και τη διανομή του, χωρίς να έχει καμία μεγάλη εταιρία πίσω του, βασιζόμενος αποκλειστικά στη fanbase του. Για να δούμε πως τα πήγε…
18 Μαρτίου 2012
Rare Exports: A Christmas Tale review
Μπορεί να πλησιάζει το Πάσχα, όμως επειδή αγαπάμε Χριστούγεννα, τι καλύτερο από ένα «εναλλακτικό» Χριστουγεννιάτικο θρίλερ ή τουλάχιστον αυτό πίστευα ότι ήταν το Rare Exports, η ταινία από τη Φιλανδία που ήρθε και κέρδισε πολλές υπερβολικά πολλές καλές κριτικές. Τις άξιζε όμως;
13 Δεκεμβρίου 2011
Let Me In [Ασε το Κακό να Μπει] review
Όσο έχω απενοχοποιήσει τα sequels-prequels, τόσο φοβάμαι τα remakes και ειδικά αυτά που μόνο σκοπό έχουν την αγγλικοποίηση μιας ξενόγλωσσης ταινίας ώστε να βρει πιο ευρύ κοινό. Το πρωτότυπο Låt den rätte komma in, αν και ήταν μια εξαιρετική ταινία, δε με ενθουσίασε στα επίπεδα του εκθειασμού που έφτασε από τους υπόλοιπους κριτικούς. Όμως πραγματικά πίστευα ότι ένα χολιγουντιανό remake ήταν μια κάκιστη ιδέα μιας και η ταινία καταπιανόταν με θέματα που δε μπορούσαν να «περάσουν» στη πουριτανή Αμερική. Πάμε να δούμε τι ψάρια έπιασε.
15 Νοεμβρίου 2011
Final Destination 5 [Βλέπω το Θάνατό σου 5] review
Η επιτυχημένη σειρά ταινιών «ευφάνταστων τρόπων θανάτου» Final Destination, έφτασε αισίως στο πέμπτο μέρος της, έστω και αν πολλοί είναι αυτοί που θα ήθελαν να είχε τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια. Αν και φυσικά είμαι από αυτούς που απογοητεύτηκαν οικτρά από τις δύο προηγούμενες ταινίες, δε μπορώ να παραδεχτώ ότι συνεχίζω να είμαι φαν, μιας και το Final Destination 2 ήταν για μένα μία από τις καλύτερες κωμωδίες και ταυτόχρονα μία από τις πιο διασκεδαστικές κινηματογραφικές μου εμπειρίες. Για να δούμε αν τελικά άξιζε να περιμένω κάτι καλύτερο ή θα πρέπει να μπω στη στρατιά αυτών που ζητάνε να σταματήσει επιτέλους η σειρά.
28 Σεπτεμβρίου 2011
Piranha review
Μπορεί οι θερμοκρασίες σιγά σιγά να πέφτουν αλλά ένα καλοκαιρινό splatterάκι που πιθανόν να χάσατε όταν πρωτοκυκλοφόρησε είναι ότι πρέπει.
31 Αυγούστου 2011
Tormented review
Αν και είμαι άνθρωπος που συνήθως ψάχνω αρκετά μία ταινία πριν τη δω, δεν είναι λίγες οι φορές που πάω…ξυπόλυτος στα αγκάθια αφού ποτέ δε ξέρεις που θα βρεις το διαμαντάκι. Κάπως έτσι στα τυφλά είδα και το Tormented με μόνη μου γνώση, την αφίσα! Ας πρόσεχα…
26 Αυγούστου 2011
I Saw the Devil review
Αν και η κινηματογραφική βιομηχανία της Κορεατικής χερσονήσου βρίσκεται σε άνθηση και είναι ιδιαιτέρως αγαπητή από τους κριτικούς, λίγες είναι οι ταινίες που καταφέρνουν να πλασαριστούν και στο ευρύ κοινό με πιο σημαντική το OldBoy του 2003.
Το I Saw the Devil μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ένας άξιος συνεχιστής του OldBoy, αφού οι σχέσεις των δύο ταινιών είναι δύσκολο να παραβλεφτούν όπως το παρόμοιο κεντρικό concept της μανιασμένης εκδίκησης αλλά και ο κεντρικός πρωταγωνιστής.
1 Αυγούστου 2011
Priest review
Δε μπορείς να γίνεις με το στανιό σκηνοθέτης. Αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα από τις δύο απανωτές ταινίες του Scott Stewart που άφησε πίσω του μια δεκαπενταετή καριέρα στο στα οπτικά εφέ για να κάτσει στη καρέκλα του σκηνοθέτη.
10 Ιουλίου 2011
Los Ojos de Julia (Julia's Eyes) [Τα Μάτια της Τζούλια] review
Με τον διάσημο Μεξικανό σκηνοθέτη Guillermo del Toro, τα τελευταία χρόνια να έχει δουλέψει προπαρασκευαστικά σε πολλές ταινίες (Hobbit, Mountains of Madness) αλλά τελικά να μην έχουμε δει κάποια καινούρια του δημιουργία εδώ και τρία χρόνια, γεμίζει το χρόνο του με την παραγωγή, τόσο ισπανόφωνων όσο και αγγλόφωνων ταινιών, βλ. Splice, Biutiful κτλ. Η τελευταία ταινία που έχει το προνόμια να αναγράφει στον τίτλο της “Guillermo del Toro presents” είναι το Ισπανικό Los Ojos de Julia του Guillem Morales (The Uncertain Guest).
12 Ιουνίου 2011
Devil review
Ο Ινδός σκηνοθέτης M. Night Shyamalan, από αγαπημένος των ανεξάρτητων υποτονικών θρίλερ, έχει γίνει κόκκινο πανί για τους πάντες αφού οι αποτυχίες του δεν έχει τελειωμό αλλά και όρια. Έτσι φαίνεται να αποφάσισε να χαμηλώσει λίγο τον πήχη και να δημιουργήσει μια τριλογία ταινιών υπό τη δικιά του νεοϊδρυθείσα εταιρία παραγωγής Night Chronicles βασισμένες σε υπερφυσικές φοβίες και να δώσει τη σκηνοθεσία τους σε άλλους δημιουργούς. Η πρώτη από αυτές ήταν το Devil, σε σενάριο του Brian Nelson (Hard Candy) και σκηνοθεσία του John Erick Dowdle (Quarantine).
Ένα πρωινό, πέντε άγνωστοι μπαίνουν στο ίδιο ασανσέρ ενός ουρανοξύστη, το ασανσέρ σταματάει και κάθε φορά που το φως σβήνει, ένας τους πεθαίνει. Ο διάβολος είναι μαζί τους, είναι ένας από αυτούς. Έτσι, τόσο απλά, το σκηνικό στήνεται και η ιστορία σιγά σιγά ξετυλίγεται. Ποιοι είναι οι πέντε άγνωστοι. Τι ήρθαν να κάνουν στο κτήριο. Γιατί όλοι τους είναι τόσο κακιασμένοι και ποιος τελικά είναι ο δολοφόνος.
Σου το λέει στο τίτλο, σου τον δείχνει από τα πρώτα σχεδόν λεπτά, όμως και πάλι, η αρχαία μέθοδος της τραγικής ειρωνείας λειτουργεί άψογα. Ξέρεις ότι είναι ο διάβολος, ξέρεις γιατί πεθαίνουν αλλά και πάλι το σενάριο σε κάνει να αναρωτιέσαι. Το όλο σκηνικό των εγκλωβισμένων αγνώστων θυμίζει λίγο του Δέκα Μικρούς Νέγρους και το παιχνίδι, βρες το δολοφόνο παίζεται με ιδιαίτερη μαεστρία. Το στοιχείο του υπερφυσικού και ειδικά η εισαγωγή του θρησκευτικού στοιχείου στη ταινία, αφαιρεί πόντους καθαρής διασκέδασης και ουσιαστικά μας εμποδίζει να δούμε το φινάλε που περιμένουμε.
Τεχνικά, το Devil τα πηγαίνει αρκετά καλά αφού η σκηνοθεσία του Dowdle δεν κάνει ουσιαστικά κοιλιές, έχει αυξανόμενη ένταση και υπολογίζοντας και τα μόλις 80 λεπτά διάρκειας, η ταινία περνάει νεράκι. Το πρόβλημα βρίσκεται όμως στους πέντε εγκλωβισμένους. Η σεναριακή πλοκή υποδείκνυε τους εγκλωβισμένους να έχουν αρκετά ερειστική συμπεριφορά, κάτι που όμως τους κάνει εντελώς αδιάφορους προς το θεατή. Πραγματικά δε σε ενδιαφέρει καθόλου ποιος θα πεθάνει επόμενος και στη τελική γιατί πεθαίνουν, με αποτέλεσμα οι σκηνές τους να είναι με διαφορά οι πιο κουραστικές. Ο συμπαθής αστυνομικός που προσπαθεί να τους απεγκλωβίσει καταφέρνει να κρατήσει το αντίβαρο μέχρι ενός σημείου αλλά στη τελική μοιάζεις να βλέπεις μια ταινία που δε σε ενδιαφέρει τι τελικά θα συμβεί.
Το Devil είναι ένα συνειδητοποιημένο «θριλεράκι». Δε το παίζει έπος, και σε γενικές γραμμές καταφέρνει να κερδίσει τους πόντους του είδους του. Έχει αρκετά μειονεκτήματα που αφαιρούν από την τελική άποψη αλλά τελικά είναι μια «ταινιούλα» που μπορείς να προτείνεις, χωρίς τύψεις, σε οποιονδήποτε για ένα χαλαρό Παρασκευατόβραδο.
5,5/10
Το δεύτερο μέρος της τριλογίας θα ονομάζεται Reincarnate με σκηνοθέτη τον Daniel Stamm του The Last Exorcism.
7 Μαΐου 2011
The Eclipse [Ολική Εκλειψη] review
Στοιχηματίζω ότι ελάχιστοι από εσάς έχετε καν ακουστά τον Ιρλανδό ηθοποιό Ciarán Hinds. Είμαι όμως το ίδιο σίγουρος όταν όταν δείτε το πρόσωπό του, όλοι θα αναγνωρίσετε έναν από τους πιο συμπαθείς αλλά και ταλαντούχους καρατερίστες. Μπορεί να τον έχουμε δει σε αμέτρητες ταινίες μεταξύ των οποίων τα There Will Be Blood, Munich και The Phantom of the Opera αλλά μάλλον δύσκολα θα βρούμε κάποιο πρωταγωνιστικό ρόλο και αυτή η ευκαιρία του δόθηκε από τον Conor McPherson στο ρομαντικό δράμα τρόμου (!!!), The Eclipse.
Το Eclipse αφηγείται την ιστορία του Michael Farr ενός χήρου δασκάλου που μετά το θάνατο της γυναίκας του προσπαθεί να μεγαλώσει τα δύο μικρά παιδιά του. Ο Michael είναι εθελοντής στο τοπικό φεστιβάλ λογοτεχνίας βοηθώντας όπως μπορεί τους συγγραφείς που έρχονται στη μικρή παραθαλάσσια πόλη του. Μία από αυτούς είναι και η Lena Morrell, την οποία και βοηθάει με μια ιδιαίτερη οικειότητα να αναπτύσσεται μεταξύ τους. Ταυτόχρονα όμως η Lena έχει και “ανοιχτούς λογαριασμούς” με έναν άλλον συγγραφέα που έρχεται στο φεστιβάλ για να την ξανακερδίσει. Από την άλλη, ο Michael ταλαιπωρείται από τρομακτικούς εφιάλτες (;;;) βλέποντας το φάντασμα του πατέρα του, οποίος όμως ακόμα ζει!
Το genre-crossing στο κινηματογράφο αν και κατά καιρούς έχει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, πολλές φορές τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά αφού είναι ιδιαίτερα δύσκολο να συνδυάσεις δύο εντελώς διαφορετικά είδη και εδώ ο McPherson το κάνει με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Στο σύνολό της η ταινία είναι ένα ρομαντικό δράμα επικεντρωμένο στην απώλεια και την αδυναμία να τη χειριστείς αλλά και μια ξαφνική έλξη προς κάποιον άλλον που σε ξυπνάει. Όλα καλά μέχρι εδώ, τα τρομακτικά φαντάσματα που πετάγονται μέσα από τη ντουλάπα, που απλώνουν το χέρι τους και αρπάζουν το πόδι σου μέσα από το έδαφος, που τα βλέπεις να κάθονται ξαφνικά στη θέση του συνοδηγού, που κολλάνε; Και αναφέρομαι σε φαντάσματα της μορφής b-movie που μόνο σκοπό έχουν να σε τρομάξουν με το…makeup τους και όχι κάποιο μυστήριο πνεύμα που απλά δίνει μια δόση μυστηρίου. Θεωρητικά και σύμφωνα με το δημιουργό, τα φαντάσματα ήταν η αδυναμία του Michael να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις, το θάνατο της γυναίκας του, το βίαιο πατέρα του, την έλξη προς την Lena, όμως με τον τρόπο που παρουσιάζονται ο μόνος σκοπός τους είναι να σε κάνουν να πεταχτείς από τη καρέκλα, και μπορώ να πω ότι το πετυχαίνουν.
Όλη η ταινία είναι γυρισμένη σε έναν αργό, flat ρυθμό που οριακά καταφέρνει να σε αποτρέψει από το να πατήσεις το stop. Μέχρι τα μέσα της ταινίας παρακολουθούμε μια ξεχειλωμένη εισαγωγή και σύσταση των χαρακτήρων και μόλις το τελευταίο 20λεπτο η ταινία αρχίζει να έχει κάποιο νόημα. Το σενάριο δε καταφέρνει ούτε το αυτονόητο, να δώσει το πάτημα στον Hinds να επιδείξει το ταλέντο του, ενώ οι συμπρωταγωνιστές Aidan Quinn και Iben Hjejle είναι μάλλον πιο ρεαλιστικοί στην απλότητά τους. Πραγματικά δε μπορώ να συστήσω το The Eclipse σε κανέναν. Είναι απλά ένα δράμα που ασχολείται με πολυφορεμένα θέματα όπως η απώλεια και για να κάνει τη διαφορά πετάει και μερικά φαντάσματα. Αγνοήστε το.
4/10
19 Μαρτίου 2011
The Rite [Η Τελετή] review
Εδώ και δεκαετίες οι ταινίες με εξορκισμούς εξιτάρουν το κοινό, ενώ τα τελευταία χρόνια και μετά την επιτυχία του Emily Rose, το είδος μοιάζει αναγεννημένο. Το The Rite, είναι η νέα ταινία του Mikael Håfström, σκηνοθέτη του 1408, που εκ πρώτης όψεως δε μοιάζει να έχει να μας προσφέρει κάτι καινούριο, αλλά έχει το μεγάλο ατού της παρουσίας του Anthony Hopkins. Φτάνει όμως αυτό;
Ο Michael Kovak είναι ένας τυπικός νεαρός φοιτητής που όμως έχει την ατυχία να είναι γιος νεκροθάφτη. Το επάγγελμα πάει από γενιά σε γενιά και θεωρείται σχεδόν ιερό για την οικογένεια. Η σχέση με τον πατέρα του είναι μονίμως τεταμένες, και φτάνει η στιγμή που ο Michael πρέπει να συνεχίσει στα βήματα του πατέρα, κάτι που φυσικά δεν επιθυμεί, έτσι διαλέγει την μοναδική εναλλακτική για να μη κοπεί η πατρική επιχορήγηση, την ιεροσύνη. Η ιερατική σχολή είναι απλά μια διέξοδος και όχι αυτοσκοπός του Michael που, αν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άπιστος, είναι σίγουρα σκεπτικιστής στα θέματα της θρησκείας. Οι σπουδές τελειώνουν με τον Michael να αριστεύει και να είναι έτοιμος να αποσυρθεί αφού ποτέ δεν ήταν σκοπός του να γίνει ιερέας αλλά και χωρίς να έχει μια εναλλακτική. Ο πάτερ Matthew του προτείνει να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο εξορκιστών που θα διεξαχθεί στη Ρώμη με σκοπό να εκπαιδεύσει νέους εξορκιστές. Εκεί, μέσω του δασκάλου πάτερ Xavier, έρχεται σε επαφή με τον πάτερ Lucas Trevant, έναν Ουαλό βετεράνο εξορκιστή με ιδιαιτέρως ανορθόδοξες μεθόδους και με σχεδόν τον ίδιο σκεπτικισμό με τον Michael. Ο πάτερ Lucas αναλαμβάνει να “εκπαιδεύσει” αλλά και να πείσει τον Michael για την παρουσία του διαβόλου.
Όσο έγραφα τη παραπάνω παράγραφο, είχα πρόβλημα να βρω που σταματάει η ιστορία και που ξεκινάν τα spoilers, που θα έπρεπε να σταματήσω. Δυστυχώς το The Rite είναι μια ταινία που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο φινάλε της. Όλη η διάρκειά της είναι διεκπαιρεωτική, υπάρχει μόνο για να φτάσει στο μοναδικό σκοπό και στόχο του δημιουργού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, η ταινία να μοιάζει σαν μια μεγάλη εισαγωγή, δεν έχει ups and downs στην έντασή της, αφού ουσιαστικά δεν έχει ένταση, και απλά περιμένεις να αρχίσει κάτι ενδιαφέρον. Όμως και καθαρά σεναριακά έχει πολλά προβλήματα αφού σε όλη τη διάρκεια προσπαθούσε να πείσει τον πρωταγωνιστή, και κατ’ επέκταση τον θεατή, για την παρουσία του διαβόλου και παρά τις πάμπολλες μαϊμουδιές δεν τα κατάφερε ποτέ. Ο θρησκευτικός σκεπτικισμός του Lucas ενώ ταυτόχρονα είναι ο πιο επιτυχημένος εξορκιστής και ο χαρακτήρας της δημοσιογράφου Angeline που μοιάζει να μπήκε τσόντα αφού δεν έχει κανέναν λόγο παρουσίας είναι μόνο μερικά από τα πολλά μειονεκτήματα του σεναρίου που δύσκολα μπορείς να τα παραβλέψεις.
Η ταινία απλά δεν είναι τρομακτική, ούτε καν ανατριχιαστική και για ένα θρίλερ αυτό σίγουρα δεν είναι καλό σημάδι. Δεν έχει υποβλητική ατμόσφαιρα ακόμα και κατά τη διάρκεια των εξορκισμών, ακόμα και του τελευταίου. Το μοναδικό στοιχείο της ταινίας που προκαλεί κάποιου είδους ένταση στη ταινία είναι έντεκα νότες. Έντεκα νότες που μπορούν να θεωρηθούν ως το μουσικό θέμα της ταινίας που επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα με διαφορετική ένταση και χρώμα. Είναι δυστυχώς οι μοναδικές στιγμές που αυξάνονται οι ελπίδες μας ότι κάτι καλύτερο θα επακολουθήσει αλλά δυστυχώς διαψευδόμαστε πανηγυρικά. Όσο για τις ερμηνείες και την πολυσυζητημένη επιστροφή του Hopkins στα θρίλερ και το πόσο καλός λένε ότι είναι, εγώ αυτό δεν το είδα. Εγώ είδα τον άγνωστο πιτσιρικά πρωταγωνιστή Colin O'Donoghue να κλέβει τη παράσταση στα 5/6 της ταινίας και μόνο στο τέλος να βλέπουμε τον Hopkins που όλοι περιμέναμε.
Το The Rite αποτυγχάνει σκηνοθετικά, σεναριακά και υποκριτικά. Αποτυγχάνει να μας τρομάξει, να μας υποβάλλει και το μόνο που καταφέρνει είναι να είμαστε σίγουροι ότι ο μόνος λόγος που ο Hopkins υπέγραψε να συμμετέχει στη ταινία είναι ο τελικός εξορκισμός. Μη χάσετε το χρόνο σας, απλά δεν αξίζει.
4/10
11 Μαρτίου 2011
Resident Evil: Afterlife [Τρισδιάστατη Απόδραση] review
Μετά από ένα διάλειμμα με τα Death Race και AvP, ο Paul W.S. Anderson επιστρέφει ως σκηνοθέτης του τέταρτου Resident Evil, και φέρνει μαζί του τη πολυδιαφημισμένη 3D τεχνολογία του Avatar. Τι γίνεται όμως πίσω από τον τρισδιάστατο εντυπωσιασμό, αξίζει το Afterlife τη προσοχή μας ή μήπως έφτασε η ώρα να τραβήξουμε τη πρίζα…
Στο τέλος του Extiction, η Alice ανακαλύπτει όλη την αλήθεια για τον εαυτό της όταν βρίσκει τους αμέτρητους κλώνους της και πια μόνο της μέλημα είναι η καταστροφή της Umbrella και η εύρεση των φίλων της που έστειλε στην άγνωστη Arcadia, το τελευταίο καταφύγιο που, όπως μεταδίδει το περίεργο σήμα, ευνή ακόμα ασφαλές και αμόλυντο. Η all-out επίθεση των Alice στη βάση της Umbrella, αν και προκαλεί τη καταστροφή της, δε φέρνει και το θάνατο του ηγέτη της Albert Wesker. Έτσι η Alice παίρνει το δρόμο προς την Arcadia όμως δε βρίσκει αυτό που περιμένει και η αναζήτησή της θα την φέρει σε μια φυλακή του Λος Άντζελες, όπου με την βοήθεια των εκεί επιζώντων θα προσπαθήσουν να φτάσουν στην Arcadia.
Είμαι οπαδός του Resident Evil franchise και ως geek υποστηρίζω τις ταινίες βασισμένες σε βιντεοπαιχνίδια, έστω και αν σχεδόν όλες με έχουν απογοητεύσει οικτρά. Όμως δεν είμαι ιδιαίτερος γνώστης των παιχνιδιών Resident Evil και της λεπτομερής ιστορίας τους, και το σενάριο για πρώτη φορά στη σειρά μοιάζει υπερβολικά βασισμένο στα παιχνίδια. Παρουσιάζονται νέοι χαρακτήρες από το πουθενά, καλοί και κακοί που χωρίς καμία “εισαγωγική” δικαιολογία, πλασάρονται σαν πρωταγωνιστές. Εντάξει, μπορεί το σενάριο ποτέ να μην έπαιζε μεγάλο ρόλο, αλλά πάντα είχε μια λογική σειρά, και χωρίς να είναι πολύπλοκο ήταν μια άκρως ικανοποιητική δικαιολογία για τη κλοτσοπατινάδα που ακολουθούσε, κάτι που εδώ λάμπει με την απουσία του και κάνει το Afterlife να μοιάζει υπερβολικά με τα streched out sequels του Saw που απλά υπάρχουν για να επιμηκύνεται η ίδια ιστορία και όχι για να εξελιχτεί.
Ολόκληρη η ταινία έχει ουσιαστικά μόνο τρεις action sequences, η εισαγωγική που είναι μια κάκιστα σκηνοθετημένη αντιγραφή του Matrix Reloaded, η τελευταία που αντιγράφει το μινιμαλιστικό φινάλε του Equilibrium μέχρι αηδίας, και μόνο μία, που είναι πραγματικό zombie thriller όπως τις απολαύσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια. Κακοσκηνοθετημένη, κακοχορογραφημένη εκτός λίγων περιπτώσεων όπως η σκηνή με τον Axeman, και χωρίς καν να μοιάζουν όλα αυτά καν με Resident Evil. Απλά ξενέρωτες.
Θα το καταλάβατε και από την εισαγωγή, αλλά αξίζει να ξανατονίσω, ότι είδα τη ταινία στις παραδοσιακές δύο διαστάσεις κα δε ξέρω αν τα πολυδιαφημισμένα Avatar-engined 3D effects μπορούσαν να δώσουν έστω το κάτι παραπάνω στο Afterlife, αλλά πραγματικά αμφιβάλλω. Κανένα Resident Evil δεν έπασχε από οπτικά εφέ και δεν υπήρχε κανένας λόγος εισαγωγής εντελώς άσχετων scifi οπτικών στοιχείων στη σειρά. Το πείραμα απέτυχε αλλά τα ταμεία γέμισαν, άρα λίγο ρόλο παίζει η γνώμη μου αφού ήδη έχει ανακοινωθεί το Resident Evil 5 για τον Μαίο του 2012. Δεν απογοητεύονται, αλλά ούτε κι’ εγώ…
4/10
1 Μαρτίου 2011
Outcast review
Η σταθερά καθοδική πορεία των Αμερικάνικων θρίλερ, κάνει το κοινό να ψάξει αλλού για ένα καλό τρόμαγμα, με την ευρωπαϊκή αγορά να δείχνει ότι μπορεί να πάρει τα ηνία, αν δε το έχει κάνει ήδη. Το Outcast έρχεται από την Ιρλανδία, και είναι μια low-budget αλλά high-expectations ταινία μυστηρίου, σκηνοθετημένη από τον αρκετά γνωστό Colm McCarthy που έχει δημιουργήσει όνομα στο μεγάλο νησί, σκηνοθετώντας πολλά επεισόδια γνωστών τηλεοπτικών σειρών.
Δυσκολεύομαι πολύ να εξηγήσω την ιστορία της ταινία, όχι γιατί είναι τόσο μπερδεμένη αλλά γιατί έχει έναν περίεργο τρόπο εξέλιξης που οτιδήποτε και να αποκαλύψω, μπορεί να θεωρηθεί spoiler. Με λίγα λόγια, η Mary με τον γιο της Fergal, νοικιάζουν ένα σπίτι κάπου στο Εδιμβούργο. Μόνο που η Mary χαράζει μυστικιστικά σύμβολα προστασίας στους τοίχους, δεν έχει υπολογίζει όμως την όμορφη γειτόνισσα Petronella. Την ίδια ώρα, ο Cathal περνάει μια επίπονη διαδικασία αποδοχής ώστε να γίνει ο κυνηγός. Είναι η Mary μάγισσα, και από τί προσπαθεί να προφυλαχθεί; Ποιος είναι ο Cathal, ποιον κυνηγάει και γιατί; Τι είναι αυτό το τέρας που σκοτώνει τις νύχτες; Τελικά ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα;
Δε ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό, αλλά το Outcast διαφημίστηκε ως ένας συνδυασμός Blair Witch Project και Twilight! Εν μέρη, δεν έχουν άδικο, αφού η μυστικιστική ατμόσφαιρα πάνω στην οποία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά ο φόβος και το περίεργο love story μπορούν να συγκριθούν άμεσα με τις δύο ταινίες αλλά το τελικά αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε ο θεατής μετά από αυτή τη δήλωση.
Χωρίς πολλές πολλές υπεκφυγές, το Outcast δεν είναι τίποτα παραπάνω από μερικές άτακτα και ανόητα συρραμμένες ιδέες τοποθετημένες στο γκρι, μουντό τοπίο του κεντρικού Εδιμβούργου. Η ιστορία δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα γιατί απλά δε προσπαθεί να μας εξηγήσει τίποτα. Μπορεί λίγο-πολύ να απαντάει τις παραπάνω ερωτήσεις αλλά δε δίνει καμιά, ούτε τυπική δικαιολογία γιατί και πως άρχισαν όλα. Υπάρχει μυστήριο, απλά για να υπάρχει, χωρίς να περιμένεις να μάθεις τη λύση του.
Μπορεί αυτή η ατμόσφαιρα να πετυχαίνει το στόχο της αλλά σε καμιά περίπτωση δε φτάνει για μια ολοκληρωμένη ταινία και το μόνο που καταφέρνει είναι να μη γίνει τόσο βαρετό ώστε να το κλείσετε πριν περάσουν τα 90 λεπτά του.
4/10
9 Φεβρουαρίου 2011
The Taint review
Η Αμερικάνικη cult horror σκηνή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα αυτόνομο genre. Ο κινηματογραφικός πουριτανισμός που κυριαρχεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, έχει κάνει τους νέους κινηματογραφιστές να βρίσκουν διέξοδο στην πρόκληση, είτε αυτή είναι κοινωνική, σεξουαλική, αιματοβαμμένη ή απλά διασκεδαστική δίνοντάς τους το αίσθημα της επανάστασης, αντίθετα με την Ευρώπη που το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα σενάριο γραμμένο από τους φίλους σου και μια κάμερα. Σίγουρα δεν είμαι ειδικός στις cult horror ταινίες, αλλά θα προσπαθήσω θα σας την παρουσιάσω όσο πιο αντικειμενικοϋποκειμενικά γίνεται…
Το νερό της Αμερικής μολύνθηκε από κάποια άγνωστη ουσία. Τα αποτελέσματα, κωμικοτραγικά, και στοχευόμενα. Όλοι οι άντρες έγιναν βίαια μισογυνιστικά τέρατα με τεράστια πέη που κυνηγάνε να σκοτώνουν γυναίκες! Ο Phil είναι ένας “σταρχιδιστής” έφηβος που το μόνο που ασχολείται είναι με τα μαλλιά και τα γυαλιά του, χωρίς να καταλάβει τι γίνεται γύρω του. Με τη βοήθεια της Misandra, προσπαθούν να επιβιώσουν και να καταλάβουν τι γίνεται.
Όπως μπορείτε εύκολα να καταλάβετε, σκοπός της ταινίας δεν είναι ο τρόμος, αλλά η παρωδία, άλλοτε υπέρ του δέοντος εμφανή και άλλοτε υπόγεια, το άφθονο αίμα και η αντιδραστική επίδειξη τεραστίων, εν στύση, γεννητικών οργάνων που εκσπερματίζουν σαν πίδακες και αργότερα εκρήγνυνται σαν δυναμιτάκια!
Οι δημιουργοί της ταινίας Drew Bolduc και Dan Nelson προφανώς έχουν πολύ καλές γνώσεις ειδικών (και όχι φυσικά ψηφιακών λόγω μικρού budget) εφέ. Αν και όλες οι σπλατεριές παρουσιάζονται στο μέγιστα υπερτονισμένο, σε σημείο παρωδίας, βαθμό, όπως κεφάλια που σκάνε με μια απλή μπουνιά, ένα χτύπημα ή μια κλωτσιά, ανθρώπινα μέλη πετάγονται δεξιά και αριστερά, μπορεί να χαρακτηριστούν πιστευτά λόγω του καλού μοντάζ αφού, εκείνο το frame που γίνεται αντιληπτό ακόμα και στις μεγαλύτερες παραγωγές στο οποίο ο άνθρωπος αντικαθιστάται από την prop κούκλα, εδώ δεν το βλέπεις.
Χωρίς να γνωρίζω το budget, αν και προφανώς ήταν ελάχιστο αφού ουσιαστικά πρόκειται για μια ερασιτεχνική ανεξάρτητη ταινία, δυστυχώς όλο ξοδεύτηκε σε αυτά τα εφέ. Η ταινία μπορεί πιο εύκολα να χαρακτηριστεί ως ένα demo των τεχνικών γνώσεων των δημιουργών της πάνω πάνω στα ειδικά εφέ, παρά μια ολοκληρωμένη ταινία. Σενάριο, σκηνοθεσία, ρυθμός, ερμηνείες, ακόμα και το χιούμορ, είναι όλα κάτω του μετρίου, πολύ κάτω του μετρίου. Ο ερασιτεχνισμός και η έλλειψη budget δε μπορούν να δικαιολογήσουν μια ταινία που νομίζεις ότι την έκαναν δυο horny γυμνασιόπαιδα για να γελάσουν οι φίλοι τους.
Το The Taint είναι μια εξαιρετική επίδειξη ταλέντου, του πως να φτιάχνεις φτηνά αιματηρά και διασκεδαστικά εφέ, αλλά δε μπορείς να τη χαρακτηρίσεις κινηματογραφική ταινία. Αν θέλετε να χαβαλεδιάσετε με τη παρέα σας, ίσως σας διασκεδάσει αλλά πραγματικά δε μπορώ να εγγυηθώ ότι θα αντέξετε και τα 75 λεπτά της.
3/10