Δεν υπάρχει λόγος να ξαναφερθώ στο στόλο των σκηνοθετών/προστατευομένων του Luc Besson παρά μόνο ότι αυτή τη φορά ο Pierre Morel μοιάζει να μεγαλοπιάστηκε. Η αναπάντεχη και πλήρως ακατανόητη για μένα εμπορική επιτυχία του Taken, έφερε άμεσα τη δεύτερη ταινία του ενώ ταυτόχρονα τον έκανε ένα από τα πιο hot ονόματα στο Hollywood μιας και κάθε μέρα ακούγεται και ένα ακόμα νέο project το οποίοι του ανατίθεται.
Ο James Reece είναι ένας νεαρός ταλαντούχος υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Παρίσι ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνει μικροαποστολές των μυστικών υπηρεσιών ώστε κάποτε να γίνει πράκτορας. Στη τελευταία του δοκιμασία του στέλνουν τον Charlie Wax, έναν έμπειρο πράκτορα που μοιάζει περισσότερο με χούλιγκαν και είναι της ιδεολογίας “shoot first, ask questions later”. Μέχρι τώρα ο James έβαζε κοριούς και υπέκλεβε πληροφορίες ξαφνικά βρίσκεται εν μέσω βροχής πυροβολισμών και μιας τρομοκρατικής ενέργειας που θα πρέπει να αποτρέψει.
Αν η ιστορία του Taken, σας φάνηκε απλοϊκή, στο From Paris with Love δε θα σας απασχολήσει καθόλου. Δεν δίνεται καμιά λεπτομέρεια και μέχρι να μπει στο τελευταίο μέρος της δράσης δεν έχουμε ιδέα γιατί γίνεται όλο αυτό το μακελειό και απλά παρακολουθούμε τον John Travolta ως Charlie Wax να σκοτώνει όποιον βρεθεί στο δρόμο του σε εστιατόρια, διαμερίσματα και ταράτσες ενώ ο Jonathan Rhys Meyers απλά τον ακολουθάει σαν σκυλάκι. Αυτή η πλήρης άγνοια σεναρίου για τα 2/3 της ταινίας είναι απερίγραπτα εκνευριστική ενώ η αργή εξέλιξη το πρώτο μισό και η πλήρης απουσία χημείας μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών κάνει τη κατάσταση ακόμα χειρότερη.
Έστω και αν αυτή αργεί αρκετά, η δράση τελικά ξεκινάει έστω και υποτονικά κάνοντας τις
κακοσκηνοθετημένες δράσης πιο βαρετές και από τα ανόητα μέχρι εκείνη τη στιγμή μούμπλε-μούμπλε. Λίγο πριν κλείσει η πρώτη ώρα της ταινίας, οι σκηνές δράσης αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέρουσες και εντυπωσιακές και όσο περνάει η ώρα γίνονται όλο και καλύτερες χωρίς όμως καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία καταφέρνουν όμως να επαναφέρουν το ενδιαφέρον για μια ταινία που μέχρι τότε απλά κρατιόσουν για να μη κλείσεις.
Το αποτυχημένο casting, η ουσιαστική απουσία ιστορίας στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, και οι αρχικές κουραστικές σκηνές δράσης είναι αρκετές για να χαρακτηρίσει το From Paris with Love μία ακόμα αποτυχημένη αρπαχτή. Ελπίζω μόνο ο Morel να μη καταστρέψει και το επερχόμενο Dune.
4,5/10

Όταν στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα η Ευρώπη προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, στη άλλη πλευρά του Ατλαντικού η ανθούσα κινηματογραφική βιομηχανία ανακάλυπτε τα monster movies με πρωταγωνιστές που ακόμα και σήμερα αποτελούν σύμβολα του είδους όπως ο Φράνκενστάιν, ο Δράκουλας αλλά και ο Λυκάνθρωπος, το remake του οποίου έκανε την εμφάνισή του στις αίθουσες, φέτος, 60 χρόνια μετά το πρώτη προσπάθεια του George Waggner.
Ο Lawrence Talbot είναι ένας επιτυχημένος ηθοποιός στο Λονδίνο όταν μια γυναίκα που του συστήνεται ως την αρραβωνιαστικιά του αδερφού του, έρχεται να του πει ότι ο τελευταίος αγνοείται εδώ και μια βδομάδα και ζητάει τη βοήθειά του. Ο Lawrence επιστρέφει στο επαρχιακό Blackmoor μετά από πολύχρονη απουσία λόγω της ιδιόρρυθμης σχέσης του με τον πατέρα του που μετά το θάνατο της μητέρας του, τον έστειλε σε άσυλο. Η φήμες μιλάνε για ένα περίεργο πλάσμα που κατακρεουργεί τα θύματά τους και η ερευνά του τον οδηγεί στο κοντινό οικισμό τσιγγάνων όπου το πλάσμα εμφανίζεται και τον τραυματίζει σοβαρά. Η πόλη μιλάει για την κατάρα των Talbot και ο διάσημος επιθεωρητής της Scotland Yard, Frederick Abberline έρχεται για να βρει τον υπεύθυνο για τους θανάτους.
ι Road to Perdition, περιμένεις κάτι τουλάχιστον καλογραμμένο αφού η πρωτοτυπία είναι ουσιαστικά αδύνατη μιας και είναι βασισμένο σε υπάρχον σενάριο. Δυστυχώς όμως το σενάριο είναι απλώς διεκπεραιωτικό και μοιάζει σαν αγγαρεία με σκόρπια quotes που λίγη σχέση έχει με την ιστορία εκτός της αναφοράς σε λυκάνθρωπους και την επίδραση την πανσέληνου. Το Wolfman βασίζεται αποκλειστικά στην ατμόσφαιρά του η οποία κυρίως λόγω του εξαιρετικά προσεγμένου art direction τα καταφέρνει πολύ καλά μέχρις ενός σημείου γιατί μετά από 20’-30’ χρειάζεσαι και κάτι παραπάνω. Τόσο ακριβώς ήταν που κράτησε και το ενδιαφέρον μου μιας και από εκεί και πέρα είχες καταλάβει και τη παραμικρή λεπτομέρεια και απλά περίμενες να εξελιχθεί μπροστά σου αργά και βασανιστικά με μικρά διαλλείματα βίαιης δράσης, άλλες φορές γρήγορης, έντονης και ενδιαφέρουσας και άλλες φορές βγαλμένη από τα στούντιο της δεκαετίας του ‘40. Μπορεί στο σχολείο να μας είχαν μάθει ότι αυτή η τεχνική λέγεται τραγική ειρωνεία και πόσο χρήσιμη είναι αλλά όταν αυτή τραβάει για περίπου 90 λεπτά, η αδιαφορία και η κούραση αρχίζει να γίνεται παραπάνω από εμφανής.
Πριν αναλάβει τη σκηνοθεσία ο Joe Johnston, στη καρέκλα του καθόταν ο Mark Romanek και πολλοί ήταν απογοητευμένοι όταν αυτός αποχώρησε. Σήμερα όμως πραγματικά δε ξέρω πόσο καλύτερη μπορούσε να ήταν αυτή η ταινία με οποιονδήποτε σκηνοθέτη. Διαδικαστική σκηνοθεσία, εξαιρετική ατμόσφαιρα και ακόμα καλύτερο art direction, αδιάφορη μουσική επένδυση που φτάνει σε ενοχλητικά επίπεδα με τον Danny Elfman να δηλώνει ότι εμπνεύστηκε από τον μεγάλο Wojciech Kilar αλλά αυτό που έφτασε στα αφτιά μας ήταν ακανόνιστες νότες χωρίς ρυθμό και ένταση, μέτριες ερμηνείες με τους Anthony Hopkins και Hugo Weaving να προσπαθούν να ανεβάσουν το επίπεδο και ένα σενάριο πιο απλοϊκό και από τα του Uwe Boll, κάνουν το Wolfman μια απλά ανεκτή ταινία που καλό είναι να δείτε με παρέα για να έχετε και κάτι άλλο να κάνετε όταν αρχίσετε να βαριέστε.
Μπορεί τα βιβλία του Paulo Coelho να είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένα αλλά οι φήμες για τα δικαιώματα για τη μεταφορά του πιο γνωστού του μυθιστορήματος “The Alchemist” έχουν καταντήσει αστείο αφού πρώτα τα πούλησε σε μια εταιρία παραγωγής, μετά το μετάνιωσε και τα ξαναγόρασε πίσω, λίγο αργότερα τα ξεπούλησε στον Lawrence Fishburne ο οποίος σκόπευε να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει στη ταινία και από τότε έχουμε χάσει τα ίχνη της.
χρήματα αλλά αυτό δε την σταματάει από το να είναι απύθμενα δυστυχισμένη. Μία σπίθα, μια ανούσια αφορμή την κάνει να περάσει τα όρια και να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας παίρνοντας χάπια. Καταφέρνει να επιζήσει αλλά ξυπνάει μέσα σε ένα ιδιωτικό ψυχιατρικό ίδρυμα όπου τις ανακοινώνουν ότι παρόλο που την πρόλαβαν, τα χάπια της προκάλεσαν ανεπανόρθωτη ζημιά στη κάρδια που θα επιφέρει το θάνατό της σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τον καιρό που τις απομένει έρχεται σε επαφή με πραγματικά ψυχικά διαταραγμένους ανθρώπους επαναξιολογώντας τη ζωή της ενώ μια περίεργη σχέση με τον Edward, βαριά καταθλιπτικό ασθενή αναπτύσσεται που θα τις αλλάξει τη ζωή.
οι Jonathan Tucker, David Thewlis, Melissa Leo και Erika Christensen, όλοι τους απλά μαγευτικοί. Μια μικρή παραφωνία που όμως είναι ιδιαίτερα προσωπική, είναι μερικές γραμμές διαλόγου που τονίζει την ομορφιά της πρωταγωνίστριας σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη 28χρονη ηλικία της που προκαλούν μειδίαμα μιας και τα 33 χρόνια της δε κρύβονται κάτω από τους τόνους makeup και όσο για την υποτιθέμενη ομορφιά της, γούστα είναι αυτά αλλά μου θύμισε τη σκηνή στην αξέχαστη ελληνική ταινία με το Νίκο Ρίζο να ρωτάει τον Βασίλη Αυλωνίτη για τη Γεωργία Βασιλειάδου: -Είναι όμορφή?, και να απαντάει -Καφέ θέλεις?!
Μετά από μια ουσιαστικά τετραετή απουσία από τα κινηματογραφικά δρώμενα, ο Martin Scorsese ξαναπαίρνει τον Leonardo DiCaprio και επιστρέφει με ένα ψυχολογικό θρίλερ που πολλούς θύμισε το Cape Fear και ήλπιζαν σε κάτι αντίστοιχο.
Με ένα από τα πιο πολλά υποσχόμενα trailers των τελευταίων ετών, το Shutter Island (και όχι Νησί των Καταραμένων μιας και η μετάφραση είναι εντελώς άσχετη με τη ταινία) ήταν καταδικασμένο σε επιτυχία. Και όμως καταφέρνει να απογοητεύσει. Η υποβλητική noir ατμόσφαιρα θέτει γερές βάσεις για μια καθηλωτική ταινία αλλά το κακό αρχίζει να φαίνεται γρήγορα. Ο χρόνος που περνάει μέχρι τη στιγμή που το κοινό αστυνομικό θρίλερ γίνεται, ή τουλάχιστον προσπαθεί να γίνει ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου είναι αρκετά μεγάλος και ο θεατής ήδη αναζητάει επίμονα την άμεση αύξηση του ενδιαφέροντός του. Προς στιγμή, αυτή έρχεται γιατί αρκετές υποιστορίες χρειάζονται να διηγηθούν που δίνουν το απαραίτητο βάθος και μυστήριο αλλά κάπου εκεί (σχεδόν) όλα τελειώνουν. Για περίπου 1+ ώρα δίνει υπερβολικά πολλά στοιχεία που σχηματίζουν πολλές θεωρίες στο θεατή για το τι πραγματικά συμβαίνει, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να αυξήσουν το επίπεδο μυστηρίου και τελικά περίπου μισή ώρα πριν το τέλος έρχεται η αποκάλυψη η οποία μπορεί να είναι η, σχετικά πιο ρεαλιστική αλλά δεν είναι σε καμιά περίπτωση πρωτότυπη ενώ σίγουρα έχει ήδη περάσει από τη σκέψη του θεατή με αποτέλεσμα να χάνεται κάθε ίχνος έκπληξης και η προσπάθεια εντυπωσιασμού να γυρίζει
μπούμερανγκ. Τα πράγματα χειροτερεύουν στο τελευταίο μισάωρο που, σα να είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε και να οπτικοποιήσουμε στο μυαλό μας την εξήγηση που δίνεται, ο σκηνοθέτης σπάει και μας παρουσιάζει με κάθε λεπτομέρεια αυτά που πριν λίγα λεπτά μας είχε πει ξεκάθαρα.
Μπορεί πολλοί να με θέλουν να με λιντσάρουν αλλά έχω να δω πολύ καλή ταινία του Scorsese από το Gangs of New York. Ενώ όμως στις προηγούμενες οι ηθοποιοί ήταν κατά κύριο λόγο ιδιαιτέρως ικανοποιητικοί, εδώ τους παίρνει κάτω μαζί του, με αποκορύφωμα την ίσως πιο μέτρια ερμηνεία του Leonardo DiCaprio από εποχή The Beach.