5 Ιουλίου 2010

Hot Tub Time Machine review

hot_tub_time_machineΟι χρυσές μέρες των, σχεδόν αποκλειστικά, αμερικανοστοχευθέντων κωμωδιών συνεχίζεται με τη νέα ταινία του Steve Pink, σκηνοθέτη του “κολεγιακού” Accepted.

Τρεις μεσήλικες που κάποτε ήταν κολλητοί φίλοι αλλά με το καιρό χάθηκαν, αναγκάστηκαν να ξαναβρεθούν όταν ένας από αυτούς παραλίγο να αυτοκτονήσει (κατά λάθος;). Μην έχοντας κανέναν άλλον στη ζωή του, αναλαμβάνουν οι φίλοι του να του φτιάξουν το κέφι και μαζί με τον 20χρονο geek ανιψιό ενός των τριών, πηγαίνουν σε ένα θέρετρο που διασκέδασαν με τη ψυχή του στα νιάτα τους. Μόνο που το θέρετρο μετά από 20 χρόνια έχει σχεδόν εγκαταλειφτεί. Μην έχοντας να κάνουν κάτι καλύτερο, μπαίνουν στο παλιό τζακούζι και το ρίχνουν στο πιοτό. Κάτι συμβαίνει και ξυπνάνε, 20 χρόνια πριν! Πως βρεθήκαν εκεί, τι πρέπει να κάνουν για να γυρίσουν αλλά και ταυτόχρονα να μη καταστρέψουν το μέλλον κάνοντας κάποια βλακεία στο παρελθόν, όπως και ποιός είναι ο περίεργος μάστορας που είπε ότι ήρθε να φτιάξει το τζακούζι, μένει να τα μάθουν στη πορεία… hot_tub_time_machine01

Ακόμα μια κωμωδία που δε καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις; Ναι και όχι, αφού δυστυχώς κατάφερα να γελάσω μόλις 1-2 φορές σε όλη τη διάρκεια αλλά ταυτόχρονα δεν ένοιωσα να προσβάλλει τη νοημοσύνη μου όπως τόσες άλλες. Έξυπνο σενάριο παρά το αλλοπρόσαλλο concept που εξετάζει το what if scenario, χωρίς να πλασάρει κάποιο φτηνιάρικο, επιτηδευμένο ηθικό δίδαγμα αλλά απλά διασκεδάζει με την ανόητη αθωότητα του. Έξυπνη παρουσίαση των ‘80s χωρίς να τα ξεφτιλίζει, με πολύ καλό soundtrack εποχής μεταξύ των οποίων INXS, Salt-N-Pepa, David Bowie, Mötley Crüe αλλά και μερικά καινούρια τραγούδια ενσωματωμένα με διασκεδαστικότατο τρόπο από Enrique Iglesias και Black Eyes Peas.

Οι τετράδα των ιδιαίτερα ταλαντούχων πρωταγωνιστών John Cusack, Craig Robinson, Rob Corddry και Clark Duke μαζί με τις πανέμορφες θηλυκές παρουσίες των Lyndsy Fonseca και Lizzy Caplan αλλά και τους μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους των Chevy Chase και Crispin Glover δίνουν πραγματικά ότι μπορούν αλλά όσο και να προσπαθούν, η ιστορία είναι ουσιαστικά τόσο μικρή που θα βαρεθείτε αρκετές φορές, έστω και όχι σε βαθμό ώστε να επιθυμείτε διακαώς να το παρατήσετε.

hot_tub_time_machine10

Μερικές αστείες ατάκες, ένα παλαβιάρικο σενάριο χωρίς όμως ιδιαίτερη εξυπνάδα, και μόλις πέρασε άλλο ένα σχετικά εύκολο 90λεπτο που μικρή διαφορά θα μου έκανε και να μην το έβλεπα.

 

5,5/10

 

2 Ιουλίου 2010

Ondine review

ondineΌταν πριν αρκετούς μήνες είχα δει το trailer μιας ταινίας που δεν είχα ξανακούσει, είχα ενθουσιαστεί τόσο που περίμενα το Ondine με μεγάλη ανυπομονησία. Ήμουν τόσο πεπεισμένος για την ποιότητά της…κρίμα γιατί οι δημιουργοί της έκαναν τα πάντα για να με απογοητεύσουν.

Βρισκόμαστε σε ένα μικρό ψαροχώρι της Ιρλανδίας, ο Syracuse είναι ένας ψαράς που δεν έχει την εκτίμηση των συμπολιτών του, αφού όλοι τον φωνάζουν Circus λόγω της τραγικής κατάστασης που βρισκόταν όντας αλκοολικός, αλλά νηφάλιος εδώ και δύο χρόνια. Με μικρές ψαριές και ζώντας σε μια καλύβα έχει καταφέρει να μείνει νηφάλιος για χάρη της κόρης του που πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια και χρειάζεται συχνές αιμοκαθάρσεις και αφού η πρώην γυναίκα του είναι ακόμα σε μια συνεχή μέθη, ο Syracuse έπρεπε να είναι νηφάλιος για να βρίσκεται δίπλα της όταν αυτή τον χρειαστεί. Σε μια ψαριά του, βρίσκει στα δίχτυα του μια γυναίκα. Η γυναίκα κρύβεται από όλους, δε ξέρει το όνομά της και δε θέλει να τη δει κανείς. Ο Syracuse διηγείται την ιστορία του στη κόρη του και του λέει ότι η γυναίκα είναι μια Selkie, κάτι σαν γοργόνα της Ιρλανδικής μυθολογίας. Ο φόβος της Ondine σιγά σιγά μειώνεται, βγαίνει στη στεριά και όλοι τη φωνάζουν, το πλάσμα της θάλασσας. Μέχρι που ένας άντρας αρχίζει να τη ψάχνει. Είναι ο Selkie σύζυγος που αναφέρει η μυθολογία ή κάποιος άλλος… ondine08

Τι είναι το Ondine, ένα παραμύθι σε ρεαλιστικό περιβάλλον ή ένα ρομαντικό δράμα με στοιχεία παραμυθιού. Και τα δύο και τίποτα από τα δύο. Το σκηνικό σε συνδυασμό με τις υποιστορίες είναι υπερβολικά ρεαλιστικό για να ταιριάξει το παραμύθι της γοργόνας ενώ ταυτόχρονα ο ρυθμός και το σενάριο έχει υπερβολικά παραμυθένια πλοκή ώστε να μας ενδιαφέρει το δραματικό μέρος. όλα αυτά σε συνδυασμό με το απίστευτα κακογραμμένο σενάριο με μερικές πραγματικά τραγικά γελοίες γραμμές διαλόγου κάνουν το Ondine να υποφέρει από κρίση ταυτότητας. Δυστυχώς όμως τα αρνητικά δε σταματάν’ εδώ. Η σκηνοθεσία του Neil Jordan μοιάζει σχεδόν ερασιτεχνική ενώ ταυτόχρονα δε καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να μας κρατήσει σε ενδιαφέρον για σχεδόν ολόκληρη ταινία παίζοντας με το ερώτημα αν η Ondine είναι γοργόνα ή όχι. Όσο για τις ερμηνείες, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα μιας και ο Colin Farrell είναι τραγικά κακός και σίγουρα κακή επιλογή για το ρόλο με την νεαρή Πολωνή Alicja Bachleda να είναι ακόμα χειρότερη. ondine06

Είναι όλα τόσο τραγικά; Μάλλον ναι, γιατί η ερμηνεία της μικρής Alison Barry στο ρόλο της κόρης και λίγες παραδοσιακές Ιρλανδικές μουσικές δε φτάνουν για να βελτιώσουν τη κατάσταση εκτός από το να αντέξετε, με το ζόρι, μέχρι το τέλος της ταινίας. Ο Ιρλανδός πολύπειρος σκηνοθέτης τα κάνει μαντάρα. Βάζει στη κατσαρόλα λίγο από Ondine της Γερμανικής μυθολογίας, λίγο από Selkie της Ιρλανδικής μυθολογίας, λίγο μη-ρεαλιστικό love story, μερικά όμορφα τοπία και βγάζει μια ταινία που με το ζόρι αντέχεις να δεις μέχρι το τέλος.

 

4,5/10

 

1 Ιουλίου 2010

Mr. Nobody review

Mr Nobody http://teaser-trailer.comΜια φορά και έναν καιρό, ένας Βέλγος σκηνοθέτης ονόματι Jaco Van Dormael είχε κάνει το μεγάλο μπαμ στο φεστιβάλ των Καννών του 1991 κερδίζοντας τη Χρυσή Κάμερα και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου με τη ταινία Toto the Hero. Λίγα χρόνια αργότερα γίνεται ακόμα πιο ευρέως γνωστός με το The Eighth Day και από το 1996 έχουμε χάσει τα ίχνη του μέχρι σήμερα. Ο Van Dormael κάνει τη μεγάλη επιστροφή με μια πολυεθνική συμπαραγωγή, μεγάλου budget και εκλεκτό cast και μας πιάνει…με κατεβασμένα τα παντελόνια, αφού λίγοι περίμεναν μια ταινία με τον, όχι και τόσο εμπνευσμένο, τίτλο Mr. Nobody να προκαλέσει τόσο έντονα τις αισθήσεις μας αλλά και το μυαλό μας. mrnobody23

Δεν είναι καθόλου εύκολο να παρουσιάσεις ακόμα και ένα γενικό plot του Mr Nobody. Ο Nemo Nobody είναι ο τελευταίος θνητός άνθρωπός στο πλανήτη το έτος 2092 αφού έχει νικηθεί η γήρανση των κυττάρων και ο προσεχής θάνατός του 117χρονου έχει γίνει το γεγονός της χρονιάς. Ο Nemo Nobody είναι ένας 35χρονος οικογενειάρχης με τρία παιδιά. Ο Nemo Nobody είναι ένας απογοητευμένος νέος που περιμένει εδώ και χρόνια την Anna του στο φάρο. Είναι ένας 15χρονος που ερωτεύεται τη συνομήλικη κόρη του θετού πατέρα του. Είναι ένας 15χρονος που φοβάται το νερό. Ο Nemo Nobody δεν είναι τίποτα από αυτά και είναι όλα αυτά αλλά είναι κυρίως ένα 9χρονο αγόρι που πρέπει να αποφασίσει ποιο δρόμο θα πάρει μετά το διαζύγιο των γονιών του. Το φαινόμενο της πεταλούδας, η προκατάληψη των περιστεριών, οι χαμένες διαστάσεις μετά το Big Bang και κυρίως η διάσταση του χρόνου σε συνδυασμό με τον φανταστικό Άγγελο της Λησμονιάς που στιγματίζει κάθε παιδί πριν γεννηθεί αλλά ξέχασε τον μικρό Nemo, και φυσικά η αγάπη, ταιριαστή ή αταίριαστη, ενήλικη ή έφηβη, με ή χωρίς ανταπόκριση είναι τα συστατικά με τα οποία καταπιάνεται και πλέκει μια εξαίσια ιστορία που δένει αρμονικά στο τέλος με ένα φινάλε που σε κάνει να θες να την ξαναδείς από την αρχή.

Υποβόσκοντα σουρεαλιστικά στοιχεία με έντονους χρωματισμούς και συχνές εναλλαγές ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό όπως μπορεί να το τυποποιήσει ο ανθρώπινος νους, πανέξυπνη χρήση θεωριών της φυσικής και βιολογίας που ειρωνικά προσδίδουν ένα υπερφυσικό χαρακτήρα και πραγματικά τεράστιες ποσότητες ανεξάντλητης αγάπης είναι οι σκηνοθετικοί άσσοι στο μανίκι του Van Dormael και αν και τους περισσότερους από αυτούς τους χρησιμοποιεί δημιουργικά, σε μερικούς το παρακάνει. Μαεστρικά πλέκει το πρώτο μέρος που μάλλον δε καταλαβαίνουμε σχεδόν τίποτα με χαρακτήρες να αλλάζουν ηλικίες, σχέσεις, καταστάσεις και έναν “τηλε-επιστήμονα” να εμφανίζεται κάθε λίγο και να μας περιγράφει περί της δημιουργίας του σύμπαντος αλλά και το τέλος αυτού και ένα περιστέρι να προσπαθεί στην εισαγωγική σκηνή να πιάσει τη τροφή του. Ακαταλαβίστικα αλλά τόσο έξυπνα πλεγμένα ώστε να λαχταράς να δεις παρακάτω. Και ενώ σιγά σιγά αρχίζεις να υποψιάζεσαι τι περίπου συμβαίνει, οι πολλαπλές ιστορίες με τις τρεις γυναίκες, με τη κάθε μία να έχει ακόμα περισσότερα παρακλάδια και όλες αυτές να έχουν κοινό παρανομαστή την αγάπη, αρχίζουν να κουράζουν με τη μεγάλη διάρκειά τους και την απομάκρυνση από την γοητευτικά ακαταλαβίστική φύση της εισαγωγής. Κάθε άλλο παρά ανούσιες είναι όλες οι ιστορίες αλλά δεν έχουν να πουν κάτι το διαφορετικό και η επιμονή του σκηνοθέτη να μας δείξει σχεδόν κάθε οπτική της κάθε “επιλογής” προκαλεί σημάδια κούρασης. Και δυστυχώς αυτή η διάρκεια είναι αρκετά μεγάλη, ίσως μεγαλύτερη και από εξήντα λεπτά με τις φυσικές διακυμάνσεις προς τα κάτω ή προς τα πάνω. Η αφαίρεση τουλάχιστον ένα εικοσαλέπτου από τα συνολικά 134 λεπτά της ίσως ήταν ιδανική λύση για μια πιο εύκολη θέαση αλλά όταν γνωρίζεις ότι η πρώτη κόπια ήταν αρκετά μεγαλύτερη και αυτή η έκδοση είναι ήδη κομμένη, καταλαβαίνεις ότι ένα ακόμα μεγαλύτερο μοντάζ θα προκαλούσε την αντίδραση του σκηνοθέτη. mrnobody21

Στα τεχνικά, τρία είναι τα στοιχεία που κλέβουν τη παράσταση. Το εκπληκτικό μοντάζ που είναι βασικός λόγος που σε κρατάει τόσο έντονα δεμένα με τα δρώμενα, ένα μοντάζ που μπορεί να συγκριθεί αλλά και να ξεπεράσει το αντίστοιχο που είδαμε στο Bourne Ultimatum που εντυπωσίασε με τη ταχύτητά του, μόνο που στο Mr Nobody οι εναλλαγές δεν έχουν το διαολεμένο ρυθμό μόνο κατά τη διάρκεια μιας σκηνής δράσης αλλά ολόκληρης της ταινίας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από τα 6 μηνών γυρίσματα σε τρεις πόλεις του κόσμου, το post-production διήρκησε πάνω από ένα χρόνο. Το δεύτερο συστατικό που έκανε τη διαφορά είναι η μουσική συμπεριλαμβανομένων και των “έτοιμων” τραγουδιών με τα τελευταία να περιλαμβάνουν κομμάτια των 50s όπως το Everyday της Buddy Holly, το Mister Sandman των The Chordettes, μέχρι τα 80s και το Sweet Dreams των Eurythmics και το Where is my Mind των Pixies αλλά τις εξίσου, αν όχι καλύτερες, μουσικές συνθέσεις του Pierre Van Dormael, τον οποίο δεν είχα τη τύχη να ξανακούσω και δυστυχώς ούτε θα ξαναέχω αφού πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Πραγματικά εξαίσιες, αξίζει να μπείτε στο official site της ταινίας, και να αφήσετε το κεντρικό theme του soundtrack να παίζει ξανά και ξανά και ξανά σε loop. Όσο για το τρίτο συστατικό, αυτό είναι η ερμηνεία του Nemo Nobody και από τους τρεις ηθοποιούς που τον υποδύονται, τον μικρό Thomas Byrne, τον έφηβο Toby Regbo (που θα δούμε σύντομα στο τελευταίο Harry Potter ως νεαρό Dumbledore) και κυρίως τον Jared Leto που τον βλέπουμε να αφήνει για λίγο τις μουσικές του ασχολίες με τους 30 Seconds to Mars και να επιστρέφει σε μια ερμηνεία που μπορεί να συγκριθεί στα ίσια με την αντίστοιχη του Requiem for a Dream. Σχεδόν εξίσου καλές και οι συμπρωταγωνίστριες Diane Kruger, Sarah Polley και Juno Temple όπως και ο γνωστός Άγγλος καρατερίστας Rhys Ifans. Ιδιαίτερη μνεία σε ένα cameo που ξάφνιασε, αυτό της Chiara Caselli ως ζητιάνα. mrnobody19

Δε μπορώ να βάλω σε μια ζυγαριά τα συν και τα πλην γιατί εδώ το αρνητικό μπορεί να είναι μόνο ένα σε σύγκριση με τα άφθονα, εντυπωσιακά θετικά αλλά όταν το αρνητικό είναι η οριακή πρόκληση βαρεμάρας σε ένα μεγάλο της διάρκειάς της, δε μπορείς να το παραβλέψεις. Κάνεις δε πρέπει να χάσει το Mr Nobody, και το εννοώ. Μπορεί η μεγάλη διάρκειά του να σας κουράσει αλλά μόλις τελειώσει θα θέλετε να το ξαναδείτε. Ελπίζω να μη χρειαστεί να περιμένουμε άλλα 13 χρόνια μέχρι να δούμε την επόμενη ταινία του Van Dormael γιατί κέρδισε επάξια μια θέση στο πάνθεον των Ευρωπαίων σκηνοθετών.

 

7/10

 

29 Ιουνίου 2010

Green Zone review

green_zoneΕίναι δεδομένο ότι παρά τις υπόλοιπες προσπάθειες του, 40χρονου πια, Matt Damon, η δεκαετία του 2000 άνηκε στον Jason Bourne. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι η σειρά δεν άξιζε τη φήμη που απέκτησε αλλά ο ηθοποιός ταυτίστηκε υπερβολικά με το ρόλο σε σημείο να γίνει αντιπαθής σε αυτούς που δε τους άρεσε η σειρά και να ξεχάσουν ότι έχει κάνει πριν τα Bourne αλλά και κατά τη διάρκεια τους. Με τον Damon να αποτελεί πια παρελθόν (;;;) από τη σειρά αφού αν αυτή συνεχιστεί, ο τελευταίος πιθανότατα δε θα επιστρέψει, έπρεπε να προχωρήσει σε νέες δουλειές αλλά όχι και νέες συνεργασίες αφού για τρίτη φορά μετά τα Bourne Supremacy και Bourne Ultimatum, συνεργάζεται με τον βρετανό σκηνοθέτη Paul Greengrass σε μια ταινία που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αρκετά διαφορετική από τις προηγούμενες συνεργασίες τους αλλά δε σημαίνει και ότι είναι.

Green Zone Call Sheet No. 6 for Friday 7th November.Βρισκόμαστε στο 2003, ο Roy Miller είναι ένας αξιωματικός του αμερικάνικου στρατού που τοποθετήθηκε εδώ και μερικές εβδομάδες στο Ιράκ, σαν αρχηγός της ομάδας υπεύθυνης για να βρει τα όπλα μαζικής καταστροφής, το λόγο που η αμερικάνικη κυβέρνηση τόνισε περισσότερο σαν βασική αιτία της εισβολής. Μαζί με την ομάδα στρατιωτών του, επί εβδομάδες ακολουθούν τις πληροφορίες που τους δίνουν οι ανώτεροί τους αλλά δε βρίσκουν απολύτως τίποτα. Οι συνεχής άσκοπες αποστολές έχουν εκνευρίσει τον Miller αφού σε μια τέτοια εμπόλεμη περιοχή, χάνει συντρόφους του χωρίς ουσιαστικό λόγο, αποφασίζει να ψάξει από που έρχονται αυτές οι πληροφορίες. Αυτά που θα μάθει θα τον φέρουν αντιμέτωπο με έναν “εμφύλιο” ανάμεσα στους κυβερνητικούς αμερικάνους και τη CIA στο έδαφος του Ιράκ, αναγκάζοντάς τον να πάρει θέση με έναν από τους δύο με αποτελέσματα πολύ έντονα από ένα απλό παιχνίδι εξουσίας.

Η ιστορία που ανέλαβε να γυρίσει ο Greengrass είναι “θεωρητικά αληθινή” και βασίζεται στο βιβλίο του Ινδοαμερικάνου δημοσιογράφου Rajiv Chandrasekaran της Washington Post που είχε σκοπό να επιδείξει το τρόπο που η Αμερική χειρίστηκε την μετά-Σαντάμ εποχή στο Ιράκ. Το Green Zone (που αρχικά είχε τον πολύ πιο ενδιαφέρον τίτλο Imperial Life in the Emerald City, τον τίτλο δηλαδή του βιβλίου στο οποίο βασίζεται) είναι ένα κράμα πολιτικού θρίλερ και πολεμικής ταινίας με τα δύο στοιχεία να ακροβατούν στο 50-50. Δυστυχώς όμως το σενάριο του Brian Helgeland που μας έχει συνηθίσει σε πιο…ελαφριά γραπτά όπως τα A Knight's Tale και The Taking of Pelham 1 2 3, έχει μια, αν όχι ασόβαρη, τουλάχιστον light άποψη για το πόσο σημαντική είναι μια εισβολή κάνοντας έναν στρατιωτικό όμως ο Miller να το παίζει Bourne και να προσπαθεί μόνος του να ξεσκεπάσει ένα τεράστιο ψέμα. Υπάρχουν κανόνες στο κινηματογράφο που πρέπει να σπάνε μόνο με κάτι καλύτερο, και ο Helgeland σίγουρα δεν έχει τα φόντα.

Όσο για τη σκηνοθεσία του πολυβραβευμένου Βρετανού, όλοι ξέρουμε την διαολεμένη ταχύτητα του μοντάζ του και τις μινιμαλιστικές αλλά εντυπωσιακότατες σκηνές δράσης που κάνουν τις ταινίες του να ξεχωρίζουν. Και τα δύο παραπάνω στοιχεία υπάρχουν στο Green Zone, το πρόβλημα είναι ότι το Green Zone δεν είναι μια απλή περιπέτεια και τα παραπάνω συστατικά πέφτουν λίγο βαριά και μη ρεαλιστικά. Βέβαια καταφέρνει να κρατήσει έναν εξαιρετικό ρυθμό σε ολόκληρη τη ταινία αλλά κάπου εκεί, λίγο πριν το τέλος, βάζει ένα μεγάλης διάρκειας και έκτασης κυνηγητό στα σοκάκια της Βαγδάτης που φέρνει στο μυαλό την αντίστοιχη σκηνή στο Bourne Ultimatum, αλλά εδώ, αντίθετα με τη προηγούμενή του ταινία, δε ταιριάζει καθόλου, προκαλώντας …δε μπορώ να βρω άλλη λέξη από “ξενέρωμα”.

Οι ικανοποιητικές ερμηνείες από τον Matt Damon και τους συμπρωταγωνιστές του Greg Kinnear, Brendan Gleeson, Amy Ryan, Jason Isaacs αλλά κυρίως τον, κάποτε ερασιτέχνη Khalid Abdalla που μετά τα United 93 και The Kite Runner, μας εντυπωσιάζει για μια ακόμη φορά, δε φτάνουν για να προκαλέσουν μια ανάλογη επιτυχία με το The Hurt Locker που η Universal Pictures ήλπιζε. Το Green Zone είναι μια ταινία εύκολη στη παρακολούθηση, που δε θα σας κάνει να βαρεθείτε αλλά μοιάζει τόσο ρηχή σε σχέση με το θέμα που καταπιάνεται που σε αφήνει σχεδόν αδιάφορο.

 

6/10

 

27 Ιουνίου 2010

Remember Me [Να Με Θυμάσαι] review

remember_meΜέχρι προσφάτως, θεωρούσα ότι η σειρά των ταινιών Twilight κατέστρεφε μόνο τη καριέρα της πρωταγωνίστριας του, Kristen Stewart μιας και ήταν η μόνη ηθοποιός αναγνωρισμένης αξίας με μια αξιόλογη δεκαετή καριέρα για την ηλικία της. Τώρα έρχεται το Remember Me για να μου αλλάξει τη θεωρία…

O Tyler Hawkins είναι ένας 21χρονος φοιτητής που τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μετά την αυτοκτονία του μεγαλύτερού του αδερφού. Είναι λίγο επαναστάτης, λίγο παλληκαράς χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες. Οι σχέσεις του με την οικογένειά του είναι το ίδιο πολύπλοκες με τον Tyler να βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία πατέρα του, θεωρώντας τον εν μέρη υπεύθυνο για την αυτοκτονία του αδερφού του λόγω της αδιαφορίας του η οποία συνεχίστηκε προς τον ίδιο αλλά και προς τη μικρότερη αδερφή του, στην οποία έχει απεριόριστη αδυναμία. Μια συγκυρία, ένα στοίχημα, φέρνουν κοντά τον Tyler με την Ally, μια συμφοιτήτρια που ζει με τον υπερπροστατευτικό πατέρα της μετά την προ 10ετίας δολοφονία της μητέρας της μπροστά στα μάτια της μικρής.

image

Η παθιασμένη σχέση των δύο νέων, οι οικογενειακές σχέσεις αλλά και η παντοδύναμη μοίρα είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο πρωτάρης σεναριογράφος Will Fetters και τα καταφέρνει κάτι παραπάνω από περίφημα. Μπορεί με τη πρώτη ματιά να ακούγεται σαν ένα ακόμα αισθηματικό δράμα, και με αυτή τη προοπτική ξεκίνησα να το βλέπω και κατ’ επέκταση με πολύ χαμηλές, αν όχι μηδενικές προσδοκίες. Όμως, η ομαλότατη ροή που λίγο πριν αρχίσει να κουράζει, σε τραβάει απ’ τα μαλλιά για να ξανακαρφώσεις τα μάτια σου στην οθόνη, οι πανέξυπνοι κοφτοί διάλογοι, χωρίς σάλτσες και υπερβολικές φανφάρες, που επιτηδευμένα αποφεύγει το μελόδραμα, δημιουργώντας αξιαγάπητους, ρεαλιστικούς χαρακτήρες, φέρνουν ένα από τα καλύτερα σενάρια των τελευταίων ετών μπροστά σας.

Ο, κυρίως τηλεοπτικός, σκηνοθέτης Allen Coulter δε θέλει να εντυπωσιάσει, δε θέλει να σοκάρει, δε θέλει να προκαλέσει. Θέλει να υπηρετήσει το σενάριο που έχει στα χέρια του και το καταφέρνει άψογα. Απόλυτο έλεγχο της δράσης και του τι συμβαίνει γύρω από τους ήρωες του, επαρκή στοιχεία ανθρωπιάς αλλά και αντικρουόμενης ψυχολογίας που αποτυπώνονται με μειωμένο contrast και κλειστά αλλά όχι κοντινά πλάνα στους χαρακτήρες για να δούμε όχι μόνο τους ίδιους αλλά το κοντινό περιβάλλον τους. Όσο για τους ηθοποιούς, όπως είπα και στην εισαγωγή, μου χαλάει όλη τη θεωρία την στρατιάς ατάλαντων των Twilight, μιας και ο μέχρι πρόσφατα, παντελώς αχώνευτος Robert Pattinson, μας χαρίζει μια ερμηνεία που δύσκολα θα ξαναδούμε από έναν τόσο νέο ηθοποιό. Χαμηλοί τόνοι, απόλυτα πειστικός στη κάθε του λέξη και έκφραση σε σημείο να γίνεται πραγματικά συμπαθής. Στα ίδια υψηλά επίπεδα κυμαίνονται και οι συμπρωταγωνιστές του Pierce Brosnan, Chris Cooper, Lena Olin, Tate Ellington, ακόμα και η μικρή Ruby Jerins που υποδύεται την μικρή αδερφή του Tyler και έχει μερικούς αξιομνημόνευτους διαλόγους με τον τελευταίο. Λίγα σκαλιά πιο κάτω, η πρωταγωνίστρια Emilie de Ravin, γνωστή κυρίως ως Claire από τη σειρά Lost και από μικρές συμμετοχές στα Public Enemies και The Hills Have Eyes, που όχι ακριβώς δε πείθει, το αντίθετο μάλιστα, αλλά χάνει στη σύγκριση.

image

Φτάσαμε στο φινάλε. Όχι μόνο το φινάλε της κριτικής μου αλλά κυρίως στο φινάλε της ταινίας. Για πολλούς είναι ο μόνος λόγος παρακολούθησης της ταινίας μιας και το σοκ είναι πραγματικά τεράστιο. Το πρόβλημα στη περίπτωσή μου ήταν ότι δε σκόπευα να δω τη ταινία και έτσι είχα διαβάσει τι είναι αυτό το περιβόητο φινάλε από πριν και φυσικά είχα πάθει πλάκα. Λαμβάνοντας υπόψη και αυτό το στοιχείο, οι προσδοκίες μου για τη ταινία ήταν σχεδόν μηδαμινές. Ίσως και αυτό έπαιξε ρόλο, που μετά το τέλος της, τη θεώρησα μία από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών αφού ακόμα και που ήξερα το φινάλε, η όλη ψυχολογία που σου δημιουργούσε σε συνδυασμό με το τρόπο παρουσίασης της τελικής σκηνής, ήταν απλά εξαίσιες.

8/10

 

Related Posts with Thumbnails