Μετά από μια ουσιαστικά τετραετή απουσία από τα κινηματογραφικά δρώμενα, ο Martin Scorsese ξαναπαίρνει τον Leonardo DiCaprio και επιστρέφει με ένα ψυχολογικό θρίλερ που πολλούς θύμισε το Cape Fear και ήλπιζαν σε κάτι αντίστοιχο.
Βρισκόμαστε στην μεταπολεμική Αμερική, το 1954, σε ένα μικρό νησάκι λίγο έξω από τη Βοστώνη όπου βρίσκεται το ψυχιατρικό ίδρυμα Ashcroft όπου βρίσκονται έγκλειστοι οι πιο επικίνδυνοι ψυχασθενείς εγκληματίες. Η μυστηριώδης εξαφάνιση μιας ασθενούς, κάνει τους ομοσπονδιακούς αστυνομικούς Teddy Daniels και Chuck Aule να έρθουν στο νησί για να εξιχνιάσουν την υπόθεση. Η έρευνα είναι ιδιαίτερα δύσκολη μιας και οι υπεύθυνοι δε τους βοηθάνε ιδιαίτερα αποκρύπτοντας στοιχεία. Ταυτόχρονα φήμες για απάνθρωπα πειράματα στους ασθενείς γίνονται όλο και πιο έντονες ενώ ο Teddy ταλαιπωρείται από όνειρα και οράματα μιας και ο πρόσφατος θάνατος της γυναίκας τους δε τον αφήνει να ησυχάσει.
Με ένα από τα πιο πολλά υποσχόμενα trailers των τελευταίων ετών, το Shutter Island (και όχι Νησί των Καταραμένων μιας και η μετάφραση είναι εντελώς άσχετη με τη ταινία) ήταν καταδικασμένο σε επιτυχία. Και όμως καταφέρνει να απογοητεύσει. Η υποβλητική noir ατμόσφαιρα θέτει γερές βάσεις για μια καθηλωτική ταινία αλλά το κακό αρχίζει να φαίνεται γρήγορα. Ο χρόνος που περνάει μέχρι τη στιγμή που το κοινό αστυνομικό θρίλερ γίνεται, ή τουλάχιστον προσπαθεί να γίνει ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου είναι αρκετά μεγάλος και ο θεατής ήδη αναζητάει επίμονα την άμεση αύξηση του ενδιαφέροντός του. Προς στιγμή, αυτή έρχεται γιατί αρκετές υποιστορίες χρειάζονται να διηγηθούν που δίνουν το απαραίτητο βάθος και μυστήριο αλλά κάπου εκεί (σχεδόν) όλα τελειώνουν. Για περίπου 1+ ώρα δίνει υπερβολικά πολλά στοιχεία που σχηματίζουν πολλές θεωρίες στο θεατή για το τι πραγματικά συμβαίνει, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να αυξήσουν το επίπεδο μυστηρίου και τελικά περίπου μισή ώρα πριν το τέλος έρχεται η αποκάλυψη η οποία μπορεί να είναι η, σχετικά πιο ρεαλιστική αλλά δεν είναι σε καμιά περίπτωση πρωτότυπη ενώ σίγουρα έχει ήδη περάσει από τη σκέψη του θεατή με αποτέλεσμα να χάνεται κάθε ίχνος έκπληξης και η προσπάθεια εντυπωσιασμού να γυρίζει
μπούμερανγκ. Τα πράγματα χειροτερεύουν στο τελευταίο μισάωρο που, σα να είμαστε ανίκανοι να σκεφτούμε και να οπτικοποιήσουμε στο μυαλό μας την εξήγηση που δίνεται, ο σκηνοθέτης σπάει και μας παρουσιάζει με κάθε λεπτομέρεια αυτά που πριν λίγα λεπτά μας είχε πει ξεκάθαρα.
Το overacting του DiCaprio μπορεί να δικαιολογείται εν μέρη, αλλά παραμένει αρκετά ενοχλητικό. Στην άκρως αντίθετη πλευρά, με εκνευριστικά υποτονικές ερμηνείες βλέπουμε τους Max von Sydow, Michelle Williams και Ben Kingsley ενώ οι μόνοι που ικανοποιούν πλήρως το θεατή είναι οι Mark Ruffalo και Patricia Clarkson. Σκηνοθετικά ο Scorsese μπορεί με λίγη υπερβολή να χαρακτηριστεί εριστικός. Προσπαθεί ανελέητα να σε πείσει για τις διάφορες θεωρίες συνομωσίας χωρίς να σε αφήνει να σκεφτείς καθόλου. Η δημιουργία ατμόσφαιρας είναι εν μέρη, επιτυχημένη αλλά η ανούσια εξέλιξη της ιστορίας δε του δίνει πολλά περιθώρια.
Μπορεί πολλοί να με θέλουν να με λιντσάρουν αλλά έχω να δω πολύ καλή ταινία του Scorsese από το Gangs of New York. Ενώ όμως στις προηγούμενες οι ηθοποιοί ήταν κατά κύριο λόγο ιδιαιτέρως ικανοποιητικοί, εδώ τους παίρνει κάτω μαζί του, με αποκορύφωμα την ίσως πιο μέτρια ερμηνεία του Leonardo DiCaprio από εποχή The Beach.
5,5/10

Όλοι μας, λίγο πολύ, αγνοούμε ηθελημένα ή μη, τις τηλεταινίες και συνήθως, καλά κάνουμε γιατί η ποιότητά τους είναι αρκετά χαμηλή. Αλλά ανάμεσα στο σωρό υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις που κάθε χρόνο κερδίζουν την αναγνώριση των θεατών, έσω και σε πολύ μικρότερο βαθμό από μία κινηματογραφική ταινία.
Σε αυτή τη κατηγορία ανήκει και το You Don't Know Jack, η τελευταία ταινία του Al Pacino, στο ρόλο του αμφιλεγόμενου αμερικάνου γιατρού Jack Kevorkian που, όπως ίσως θα θυμόμαστε και από τις ειδήσεις, πριν μερικά χρόνια, έγινε παγκοσμίως γνωστός ως Dr Death μιας και βοηθούσε ανθρώπους που βρισκόταν στο τελικό στάδιο μιας ανίατης ασθένειας και υπέφεραν, να αυτοκτονήσουν. Παρακολουθούμε την ιστορία του από τη στιγμή που άρχισε να προσπαθεί να προωθήσει την ιδέα του αλλά και την κατασκευή που χρησιμοποιούσε για την ευθανασία, στην ιατρική κοινότητα η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, τον απέρριψε αλλά ο ίδιος έστω και κάτω από περίεργες συνθήκες ξεκίνησε το έργο του το οποίο όλο και λάμβανε μεγαλύτερες διαστάσεις με μεγάλο αριθμό ασθενών να ζητάει τη βοήθειά του αλλά και μεγάλο αριθμό επικριτών που τον κατηγορούσαν ως δολοφόνο. Με αιχμή του δόρατος τον καθολικό εισαγγελέα Dick Thompson που ήθελε πάση θησεία να σταματήσει αυτές τις πράξεις που προσέβαλαν ουσιαστικές αρχές της θρησκείας του, ο Kevorkian πέρασε από πολλά δικαστήρια από τα οποία και αθωώθηκε λόγο απουσίας νόμου που θεωρούσε παράνομη την βοήθεια αυτοκτονίας. Οι ασθενείς που ζητούσαν την ευθανασία του Dr Kevorkian αυξανόταν, η κοινή γνώμη είχε διχασμένη άποψη και οι κατήγοροί του γινόταν όλο και πιο σκληροί. Παρόλο που η ιστορία είναι σχετικά πρόσφατη και με γνωστή κατάληξη στους περισσότερους, θα σας αφήσω να δείτε τι συμβαίνει παρακάτω μόνοι σας…


Video games to movie adaptations, μια πικρή ιστορία του Hollywood. Εδώ και πολλά χρόνια προσπαθεί να φέρει τα αγαπημένα μας παιχνίδια στη μεγάλη οθόνη με σχεδόν καταστροφικά αποτελέσματα. Οι περισσότεροι μιλάνε για κατάρα ή πιο απλά ότι είναι αδύνατο λόγω διαφοράς βάθους σεναρίου μεταξύ ενός παιχνιδιού και μιας ταινίας. Εγώ ανήκω (ή τουλάχιστον άνηκα) σε αυτούς που πιστεύουν ότι σε όλες τις μέχρι τώρα προσπάθειες, η αποτυχία οφειλόταν πάντα σε ανθρώπινο λάθος ή ανικανότητα. Πάντα κάτι έκαναν λάθος, λάθος επιλογή σκηνοθέτη ή σεναριογράφου ή πιο συχνά, δεν έπαιρναν τα projects στα σοβαρά γιατί όσο και να με ενοχλεί, οι συγκεκριμένες ταινίες έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό που δύσκολα μπορεί να αυξηθεί
στις παράγκες μιας αρχαίας Περσικής πόλης και από τύχη βρίσκεται υιοθετημένος από το Βασιλιά της Αυτοκρατορίας, Sharaman. Ο Dastan μεγαλώνει μαζί με τα δύο αδέρφια του και επιδεικνύει σπουδαίες ικανότητες στη μάχη εκμεταλλευόμενος τις free-running δυνατότητες του προκαλώντας το θαυμασμό αλλά και τη ζήλια. Η αδικαιολόγητη απόφαση του μεγαλύτερου γιου και διαδόχου του θρόνου να επιτεθεί στην ιερή πόλη του Alamut με τη δικαιολογία ότι πουλάει οπλισμό στους εχθρούς, τον βρίσκει αντίθετο αλλά σαν σωστός αδερφός ακολουθάει και βοηθάει στην κατάληψη της πόλης όντας μάλιστα καταλυτικός παράγοντας της επίθεσης. Σαν δώρο στο βασιλιά για την κατάκτηση προσφέρει μια ιερή κάπα η οποία όμως αποδεικνύεται δηλητηριασμένη και προκαλεί το θάνατο του βασιλιά και την επικήρυξη του Dastan ως δολοφόνο. Στη προσπάθεια του να αποδείξει την αθωότητά του έχει στο πλευρό του την πριγκίπισσα Tamina, ιερή φύλακα της πόλης του Alamut που ξέρει το μυστικό που κρύβεται κάτω από τη πόλη και τι ακριβώς είναι η άμμος του χρόνου αλλά και τον σεΐχη Amar, έναν απατεώνα εμπόρου που διοργανώνει αγώνες με στρουθοκαμήλους!
δευτερεύοντα χαρακτηριστικά από ονόματα μέχρι τοποθεσίες και καταστάσεις ώστε να μετατραπεί από μια ιστορία ενός παιχνιδιού σε ένα παραμυθένιο κινηματογραφικό έπος, ο Mechner με τους σεναριογράφους Boaz Yakin, Doug Miro και Carlo Bernard φτιάχνει μια ικανοποιητική ιστορία που έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενός καλού blockbuster όπως έντονη δράση, ψευτο-plot twists, χιούμορ, δραματικότητα και ένα παραμυθένιο φινάλε. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο καλά όσο ακούγονται. Η ιστορία ξέρεις πως ακριβώς θα εξελιχθεί από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό με αποτέλεσμα να κάνει όλες τις story-driven σκηνές να είναι ιδιαιτέρως κουραστικές μιας και ξέρουμε τι ακριβώς θα πούνε και απλά τους ακούμε να το λένε. Σκηνοθετικά , ο Newell είναι ικανοποιητικός με εντυπωσιακά μαγικά πλάνα και έντονες σκηνές δράσης αλλά και εδώ τα μειονεκτήματα είναι αρκετά με κυριότερο, εκτός από το κακό μοντάζ, τα κακοφτιαγμένα μεγάλης έκτασης ειδικά εφέ. Τα κοντινά εφέ όπως αυτό που χρησιμοποιείται κατά τη χρήση του dagger of time είναι
εξαιρετικά αλλά τα αντίστοιχα κατά τη διάρκεια των parkour σκηνών είναι κάκιστα καταστρέφοντας σχεδόν τις εντυπωσιακές κατά τ'άλλα σκηνές μεταξύ των οποίων και μίας από τις τελικές σκηνές που τόσο διαφημίστηκε και στο trailer. Όσο για τους πρωταγωνιστές, πολλές ήταν οι φωνές που διαμαρτύρονταν πως μπορούσαν να πείσουν οι Gyllenhaal και Arterton για Πέρσες. Απλά δε μπορούν, ειδικά η ολόλευκη Αγγλίδα Arterton αλλά αυτό δε νομίζω ότι θα ενοχλήσει κανέναν. Παρ’όλα’ αυτά και οι δύο τους τα καταφέρνουν ιδιαιτέρως καλά χωρίς όμως να είναι ιδιαιτέρως διασκεδαστικοί. Η πανέμορφη Gemma σχεδόν δε κουνάει το δαχτυλάκι της και απλά συμπορεύεται με τον πρίγκιπα προσπαθώντας να σώσει το κόσμο και ο Jake έχει ένα ρόλο που περισσότερο θυμίζει τον Will Turner παρά τον Jack Sparrow όπως πολλοί ήλπιζαν. Πολύ καλός (άλλωστε είναι ο Donnie Darko) αλλά τίποτα που μπορεί να κάνει το
χαρακτήρα του αξιομνημόνευτο. Άξιος αναφορά είναι ο Alfred Molina σε ένα ρόλο απατεωνίσκου-εμπόρου-σεΐχη που μπορεί επίσης να έχουμε ξαναδεί αλλά είναι πραγματικά αγνώριστος, και εξαιρετικά διασκεδαστικός σε μια θεότρελη ημιάγρια ερμηνεία. 
Του πήραν το όνομα για να του δώσουν τη ζωή. Ένας νεαρός άνδρας που μόλις αποφυλακίστηκε και προσπαθεί να βρει το δρόμο του στη κοινωνία. Μια σύνοψη που σίγουρα έχουμε ξανακούσει και ίσως μας περνάει και αδιάφορη αφού ξέρουμε τι περίπου να περιμένουμε από την εξέλιξή της σε μια κινηματογραφική ταινία. Το Boy A ΔΕΝ είναι μια τέτοια ταινία.
ώστε να μη στιγματιστεί μετά την αποφυλάκισή του. Στα 11 του διέπραξε μαζί με έναν φίλο του μια βίαιη δολοφονία ενός συνομήλικου κοριτσιού που συγκλόνισε την τότε κοινωνία. Το πως και γιατί έγινε αυτή η πράξη είναι μόλις ένα μικρό παραθυράκι στην ιστορία με σκοπό να εξηγήσει και όχι να τη δικαιολογήσει. Με αυτό το νέο όνομα και με τη βοήθεια του Terry, ενός ανθρώπου που αναλαμβάνει να βοηθήσει τους αποφυλακισμένους να κάνουν μια νέα αρχή, βρίσκεται ξαφνικά στη κοινωνία κάνοντας τα πάντα για να τα καταφέρει αλλά ποτέ δε μπορεί να ξεπεράσει ότι είναι ο Eric, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να κρυφτεί ώστε να μην αναγνωρίσουν τον ενήλικο πια, νεαρό εγκληματία.
Με μια πανέξυπνη, ανθρώπινη, συγκλονιστική, τραγική ιστορία, ο John Crowley σκηνοθετεί τον άγνωστο Andrew Garfield που είδαμε και στο Doctor Parnassus με απόλυτη μαεστρία να προσπαθεί να βρει τον εαυτό του στη πόλη του Manchester, εμπλουτίζοντας τον κυνικό ρεαλισμό της πραγματικότητας με χαμηλή νεοορχηστρική μουσική και οσκαρικού επιπέδου μοντάζ προκαλώντας ανάμεικτα συναισθήματα συμπόνιας ενώ ταυτόχρονα βάζει το ερώτημα του τι θα κάναμε εμείς στη θέση, όχι του πρωταγωνιστή αλλά της κοινωνίας. Ένα συγκλονιστικό φινάλε που αφήνει το θεατή να βάλει τη τελευταία πινελιά κάνει το Boy A μια από τις αυθεντικότερες και πιο ουσιώδης ταινίες της χρονιάς.