Ο Ισλαμικός νόμος και ο τρόπος που αυτός εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα σε αρκετά μέρη του κόσμου είναι σχετικά γνωστός σε όλους μας και η ταινία του Cyrus Nowrasteh μας παρουσιάζει ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα που συνέβη και έγινε γνωστό στο Ιράν του 1986.
Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο του Γαλλοιρανού δημοσιογράφου Freidoune Sahebjam ο οποίος στη πορεία του προς τα σύνορα, βρίσκεται για μερικές ώρες σε ένα μικρό απομακρυσμένο χωριό, όπου μια γυναίκα του διηγείται τα γεγονότα που συνέβησαν τη προηγούμενη μέρα θέλοντας με αυτό το τρόπο να γίνει γνωστή η ιστορία της σε όλο το κόσμο. Η Soraya είναι μια νεαρή γυναίκα, παντρεμένη με τέσσερα παιδιά, ο άντρας της οποίας θέλει να τη χωρίσει. Το διαζύγιο όμως σε τέτοιες κοινωνίες εκτός από την ντροπή που θα της φέρει, θα την αφήσει και με τα δύο κορίτσια να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα και έτσι αρνείται. Έτσι ο Ali βρίσκει το κατάλληλο τρόπο για να καταφέρει το σκοπό του.
Η ιστορία είναι μια πραγματική τραγική αφήγηση που υπερτονίζει τη βιαιότητα και ανισότητα του ισλαμικού νόμου, μιας και ο Ali εκμεταλλεύεται αυτό το νόμο για να πετύχει ένα προσωπικό σκοπό όποιο και αν είναι αυτό το τίμημα. Παρακολουθούμε τα γεγονότα από τα μάτια της θείας της Soraya, Zahra η οποία και τα διηγείται στο δημοσιογράφο. Ο σκηνοθέτης εξ’ αρχής έχει κάνει μερικές πολύ κακές επιλογές που του στερούν μια καλύτερη τύχη. Ενώ θεωρητικά βλέπουμε την ιστορία που λέει η Zahra στον Sahebjam και άρα μόνο τις σκηνές όπου η Zehra είναι παρούσα, αυτό ξεχνιέται σε αρκετές περιπτώσεις μειώνοντας αρκετά το ρεαλισμό και την αυτοκαταστρέφοντας την τεχνική της εξιστόρησης που επέλεξε . Το δεύτερο τρανταχτό μειονέκτημα είναι η επιλογή να δείξει το δημοσιογράφο σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον στην αρχή της ταινίας να προσπαθεί να μιλήσει κρυφά με την Zahra και μετά τον ξεχνάει μέχρι το φινάλε, κάτι που σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να δώσει τη ζωντάνια και τις εναλλαγές που χρειαζόταν.
Δυστυχώς αυτά τα δύο παραδείγματα ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου μιας και μια
ιστορία λιθοβολισμού υποτίθεται ότι είναι δραματική, ανθρώπινη και έχει σκοπό να σε συγκλονίσει, να σε ξυπνήσει. Εδώ όμως ο σκηνοθέτης μέχρι πριν το τραγικό φινάλε, καταφέρνει μόνο να μας κουράσει, αρκετά ώστε να μην έχουμε τη δυνατότητα να ταυτιστούμε με τους πρωταγωνιστές, να τους συμπονέσουμε και να τους λυπηθούμε. Φυσικά όλα αυτά τα συναισθήματα έρχονται στο αναμενόμενο τέλος αλλά κινηματογραφικά είναι ήδη αργά. Ευχάριστη έκπληξη το “δεύτερο φινάλε” που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση και είναι προσωπικά η συγκλονιστικότερη σκηνή της ταινίας, ακόμα καλύτερη και από το βίαιο λιθοβολισμό.
Ο λόγος που έπεσαν τα μάτια μου στην ταινία ήταν η συμμετοχή της πολύ γνωστής πια, Shohreh Aghdashloo που είχαμε γνωρίσει στο House of Sand and Fog και από τότε έχουμε ξαναδεί στα The Lake House, The Exorcism of Emily Rose αλλά και στο τηλεοπτικό 24. Η Aghdashloo είναι πολύ καλή στο ρόλο της αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που “θεατρινίζει” υπερβολικά. Αυτή που έκλεψε τη παράσταση είναι η Mozhan Marnò στο ρόλο της Soraya να
είναι πραγματικά συγκλονιστική. Μαζί τους στο ρόλο του δημοσιογράφου ο James Caviezel.
Έστω και μόνο για της ιστορική και ανθρωπιστική αξία, το The Stoning of Soraya M. είναι μια ταινία που όλοι πρέπει να δούμε με τα μάτια ορθάνοιχτα και τα μυαλό ακόμα πιο ανοιχτό. Να δούμε ότι ο φανατισμός είναι ανθρώπινος και οι νόμοι είναι απλά εκεί για να τους εκμεταλλεύονται αυτοί που μπορούν. Καλλιτεχνικά, είναι μια μάλλον χαμένη ευκαιρία γιατί ο σκηνοθέτης έχει όλα τα σωστά υλικά αλλά δε ξέρει τι θα πει μοντάζ. Πολλές οι σκηνές που θα μπορούσαν να παραληφθούν και θα έφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
6/10
Don't act like the hypocrite, who thinks he can conceal his wiles while loudly quoting the Koran.

Έχουμε πλέον συνηθίσει τα μοντέλα να γίνονται ηθοποιοί αλλά πρώτη φορά ακούμε ένας σχεδιαστής μόδας να μπαίνει τόσο αιφνιδιαστικά στο παγκόσμιο κινηματογραφικό χώρο και μάλιστα με ένα προσωπικό project που έχει γράψει, έχει σκηνοθετήσει και έχει κάνει και τη παραγωγή ο ίδιος, και αυτός δεν είναι άλλος από τον Tom Ford. Το μόνο που γνωρίζω για αυτόν είναι ότι είναι επιτυχημένος στη δουλειά του και αν δεν είχε κάνει μια eye-candy φωτογράφιση πριν μερικά χρόνια με τις Scarlett Johansson και Keira Knightley, πιθανότατα να μη γνώριζα καν το όνομά του. Πάντως γεγονός είναι ότι το A Single Man είναι η πρώτη του προσπάθεια, και το μόνο που μένει είναι να δούμε πόσο καλά τα κατάφερε.
παραδεχτώ. Αλλά όσο υπάρχει κάτι να πει, έχει και κάτι να δείξει. Ο περφεξιονισμός του Λος Άντζελες της δεκαετίας του ‘60 βασιλεύει σε κάθε σκηνικό, σε κάθε πλάνο και κυρίως σε κάθε κουστούμι. Όταν όμως μετά το πρώτο μισάωρο έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει, και κυρίως τι πρόκειται να συμβεί, τα λεπτά περνάνε αργά και βασανιστικά. Ο Ford δεν έχει να πει τίποτα εκτός από το να δείξει ξανά και ξανά το ανδρικό σώμα θαυμάζοντάς το από κάθε γωνία το οποίο το μόνο που μου προκάλεσε είναι τη κατανόηση γιατί οι γυναίκες δε θέλουν να έρθουν σε ταινίες με τη Megan Fox!
Δυστυχώς το μόνο που έχει να μας δείξει το A Single Man είναι εξαιρετική και δικαίως οσκαρική ερμηνεία του Colin Firth. Πειστικός, οριακά δραματικός με ένα “γαλαζοαίματο” και ταυτόχρονα “λιμανίσιο” ύφος που είναι πραγματικά θαυμαστό. Αλλά μέχρι εκεί… Ο Ford προσπαθεί να μας θαμπώσει με τις τεχνικές του αλλά η κινηματογραφική δημιουργία θέλει κάτι παραπάνω.
Πριν μερικά χρόνια έκανε την εμφάνιση του σε DVD η Αυστραλιανή ταινία Undead των Γερμανών αδερφών Spierig που χωρίς να κάνει μεγάλη επιτυχία, η χιουμοριστική οπτική που χρησιμοποίησαν σε συνδυασμό με τη καλλιτεχνική ομορφιά που κατά κύριο λόγο οφειλόταν στην προϋπηρεσία τους στα ειδικά εφέ, έστρεψε τα βλέμματα πάνω τους και σήμερα, επτά χρόνια μετά επιστρέφουν με μια παρόμοιας αισθητικής ταινία αλλά τελείως διαφορετικού ύφους.
Χωρίς να δίνει λεπτομέρειες ως το πως κατάφεραν να φτάσουν σε τέτοια εξάπλωση, αποτελούν πια το 95% του γήινου πληθυσμοί με το χρησιμοποιώντας τον υπόλοιπο ανθρώπινο πληθυσμό σαν “φυτείες αίματος”. Το πρόβλημα της μείωσης των ανθρώπων και κατ’ επέκταση του αίματος φέρνει το κόσμο σε κρίση κάνοντας τους βρικόλακες πολίτες να στραφούν στον κανιβαλισμό και τις εταιρίες να προσπαθούν κα κατασκευάσουν αντικατάστατα αίματος και τα ταυτόχρονα να κυνηγάνε μανιωδώς και τον τελευταίο “ζωντανό”. Σε μια τέτοια εταιρία εργάζεται και ο Edward Dalton βάζοντας να δυνατά του για να καταφέρει να κατασκευάσει το συνθετικό αίμα στη προσπάθειά του, όχι μόνο να λυθεί το πρόβλημα τροφής της φυλής του αλλά και να μην αφανιστούν οι άνθρωποι, μιας και μετατράπηκε σε βρικόλακα παρά τη θέλησή του. Στη προσπάθειά του βρίσκει πολύτιμή βοήθεια από δύο ανθρώπους, την Audrey και τον Lionel που του λένε ότι έχουν κάτι πολύ καλύτερο από απλά συνθετικό αίμα…
ιδιαίτερα τη δράση, δεν αποκαλύπτει ότι η ταινία μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί εναλλακτικό δραματικό horror. Αν μπορούσα να το παρομοιάσω με κάποιο, αυτό, κυρίως από θέμα ατμόσφαιρας και ρυθμού, θα ήταν κάτι ανάμεσα σε Gattaca και I Am Legend , παίρνοντας το θέμα του υποσιτισμού των vampires σε συνδυασμό με την εξολόθρευση του ανθρώπινου γένους, πολύ σοβαρά, ίσως υπερβολικά σοβαρά. Mπορεί να μη θέτει βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα αλλά δημιουργεί μια βαριά υποβλητική ατμόσφαιρα που επιτυγχάνεται με το σωστό τρόπο αλλά την ίδια στιγμή δεν ταιριάζει στο θέμα που διαπραγματεύεται με αποτέλεσμα να γίνεται, αν όχι κουραστικό, σίγουρα απογοητευτικό μιας και, κακά τα ψέματα, όταν βλέπεις το trailer και τα posters περιμένεις να δεις κάτι πιο δυνατό. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν σκηνές vampire δράσης εκτός από δύο κυνηγητά μικρής διάρκειας και έντασης και μερικές μερικές σκηνές splatter που εντείνουν την βαριά ατμόσφαιρα αλλά αν δεν είναι η πρώτη ταινία με βρικόλακες ή ζόμπι, σίγουρα θα έχετε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.
Με τους εξαιρετικούς Ethan Hawke και Willem Dafoe στους πρωταγωνιστικούς ρόλους μαζί με τους λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου καλούς Claudia Karvan, Isabel Lucas και τον γνωστό καρατερίστα Sam Neill, οι αδερφοί Spierig δημιουργούν μια αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία που μπορεί να μη προκαλεί τη διασκέδαση που θα περιμέναμε αλλά προσφέρει μια διαφορετική οπτική σε μια ενδιαφέρουσα τροπή μιας λίγο-πολύ γνωστής ιστορίας.
Πριν λίγο καιρό είδαμε στο Defendor την ιστορία ενός ανθρώπου που ήθελε να γίνει σούπερ-ήρωας, από την ανθρώπινη, ρεαλιστική και δραματική πλευρά του θέματος. Το Kick-Ass διαπραγματεύεται το ίδιο ακριβώς θέμα αλλά από την εντελώς αντίθετη οπτική γωνία. Το ομώνυμο comic book του Mark Millar, δημιουργού και του Wanted (αν και το cartoon δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη ταινία), έδωσε την έμπνευση στο Λονδρέζο Matthew Vaughn ώστε σε συνεργασία με τη σεναριογράφο Jane Goldman να μας παρουσιάσει τον Kick-Ass και την παρέα του.
Ο Dave Lizewski είναι ο κλασικός loser μαθητής που η μεγαλύτερή του διασκέδαση είναι τα κόμικς και… ο αυνανισμός. Η επικινδυνότητα της αμερικάνικης μεγαλούπολης τον κάνει να απορεί γιατί κανένας δεν έχει καν προσπαθήσει να “το παίξει” σούπερ-ήρωας αυτονομαζόμενος Kick-Ass. Έτσι, αποφασίζει να βάλει μια στολή δύτη, να πάρει δύο κλομπ και να βγει στη γύρα. Φυσικά, αυτή η τρέλα σχεδόν του κοστίζει τη ζωή αλλά ταυτόχρονα γίνεται και ο “σταρ του χωριού”. Αυτό που ανακαλύπτει είναι ότι δεν είναι μόνος του εκεί έξω και βρίσκει βοήθεια σε ένα 11χρονο κοριτσάκι και τον πατέρα του, την Hit-Girl και τον Big Daddy! Και μαζί-και χώρια τα γεγονότα ξεδιπλώνονται ώστε να φτάσουν στον Frank D'Amico, τον κακό της υπόθεσης αλλά ταυτόχρονα να κατακτήσει και την γλυκιά Katie. Η ιστορία έχει ένα περίεργο τρόπο ανάπτυξης μιας και η ιστορία του Kick-Ass είναι ουσιαστικά δευτερεύουσα με την βασική “υπόθεση” να περιστρέφεται γύρω από
τους Big Daddy και Hit Girl. Το αρνητικό εδώ είναι ότι χάνεται αρκετή ώρα σε μια ιστορία που τελικά δεν έχει νόημα και προσθέτοντας και την απαραίτητη εισαγωγή για τους BD και HG, έχουμε μια αρκετά μεγάλη κοιλιά χωρίς ουσιαστική δράση που μπορεί να κουράσει.
μοιρασμένες και μεγάλο μέρος της ταινίας περνάει ουσιαστικά χωρίς κάποια από αυτές τις σκηνές και όταν αυτές έρχονται, είναι απλά λίγο μεγαλύτερες από αυτό που έχουμε ήδη δει στο trailer. Οι πραγματικά εντυπωσιακές αλλά και πρωτότυπες μάχες έρχονται στο τέλος με μεγάλες δόσεις χιούμορ και φαντασίας.