17 Απριλίου 2011

Triangle [Ναυάγιο στην Παράνοια] review

image

Πριν από μερικά χρόνια, ο Βρετανός Christopher Smith ήρθε από το πουθενά και έδωσε νέα πνοή στο είδος των comedy horror με το Severance, πυροδοτώντας πληθώρα ανάλογων ταινιών όπως τα The Cottage και Dead Snow, με μάλλον αμφισβητούμενα αποτελέσματα. Το Triangle είναι η επόμενη προσπάθειά του, με το οποίο, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να επιστρέφει στο παραδοσιακό θρίλερ. Σχεδόν…

Η Jess είναι μια νεαρή μητέρα που προσπαθεί να μεγαλώσει ένα αυτιστικό αγοράκι κάτι που την εξαντλεί σωματικά και ψυχολογικά. Μια πρόσκληση για μια βόλτα με το σκάφος ενός φίλου και την παρέα ενός ακόμα ζευγαριού και μιας τρίτης φίλης στα ανοιχτά του Μαϊάμι ακούγεται ιδανική αν και το να αφήσει το γιο της έστω και για λίγο, τη γεμίζει εφιάλτες. Όλα εξελίσσονται ομαλά μέχρι που μια ξαφνική ηλεκτρική καταιγίδα εμφανίζεται προκαλώντας τη βύθιση του σκάφους και τους 5 επιζώντες να επιπλέουν στον ωκεανό περιμένοντας τη διάσωση. Το κρουαζιερόπλοιο Αίολος εμφανίζεται από το πουθενά, τους προσεγγίζει με τους πέντε να μη προλαβαίνουν να πανηγυρίσουν τη διάσωσή τους αφού το πλοίο μοιάζει έρημο. Στην διάρκεια της περιπλάνησής τους, ο θάνατος δεν αργεί να τους βρει, με όλους να κατηγορούν ως δολοφόνο την Jess. Αυτά που συμβαίνουν πάνω στο πλοίο είναι πέρα κάθε φαντασίας και η Jess προσπαθεί να βρει τρόπο να επιστρέψει στο γιο της.

image

Δεν είναι συχνές οι περιπτώσεις των ταινιών που μας βάζουν πραγματικά στη διαδικασία να σκεφτούμε και όχι απλά να αναρωτηθούμε ή να προσέξουμε τα οπτικά στοιχεία. Πολύ θα ήθελα να αναφέρω, έστω και στο ελάχιστο, το τι, και κυρίως το γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν πάνω στον Αίολο αλλά θα πέσω σε βαθειά spoilers που θα καταστρέψει όλη την ουσία της ταινίας. Το γεγονός όμως είναι ότι ο Smith ανέπτυξε μια πολυεπίπεδη ιστορία, ιδιαιτέρως προσεγμένη σχεδόν μέχρι τη τελευταία λεπτομέρεια ακόμα και αν αρχικά μοιάζει η όλη κατάσταση λίγο χύμα. Το παιχνίδι που παίζει με τον θεατή ώστε να τον παρασύρει σε εντελώς λανθασμένες αρχικές εντυπώσεις είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ενώ η πρώτη αποκάλυψη δεν αργεί ιδιαίτερα ώστε να επιτρέψει στο μυστήριο να γίνει κουραστικό.

Παρά την ιδιαίτερα ενδιαφέρον concept, και το γεγονός ο Smith είναι και σεναριογράφος και σκηνοθέτης, το Triangle δε τα πάει το ίδιο καλά και στους υπόλοιπους τομείς του. Η ατμόσφαιρα αν και πειστική δε καταφέρνει να σε ρίξει σε κανένα σημείο βαθειά στη παράνοια του Αιόλου, παρά το θεωρητικά κλειστοφοβικό περιβάλλον ενός πλοίου. Σε αυτό βοηθάνε και οι μέτριες έως τραγικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών με την υποκριτική της Melissa George, αν και πουλέν μου, να φτάνει σε γελοία επίπεδα. Μια σχετική έλλειψη ρυθμού, κάποια νεκρά διαστήματα και αρκετές αχρείαστες επαναλήψεις σκηνών βάζουν το λιθαράκι τους ώστε η ταινία να μη βρει την αναγνώριση που θα της άξιζε.

image

Το Triangle είναι ένα διαμαντάκι, ακατέργαστο μεν, αλλά διαμαντάκι που αξίζει να δουν όλοι οι φίλοι των ταινιών μυστηρίου. Το τελικό αποτέλεσμα θα σας προκαλέσει μια απογοήτευση σε σχέση με το πως θα μπορούσε να ήταν με λίγη περισσότερη προσοχή (και budget) αλλά ακόμα κι’έτσι θα περάσετε ένα δυνατό 90λεπτο.

6/10

 

15 Απριλίου 2011

L`Ennemi Intime (Intimate Enemies) [Ο Εχθρός Μέσα Μου] review

image

Ο Γαλλο-Αλγερινός πόλεμος, ή καλύτερα η προσπάθεια της Αλγερίας για να ανεξαρτητοποιηθεί από τους Γάλλους στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, δεν είναι και από τα πιο γνωστά ιστορικά θέματα στο κοινό, κινηματογραφόφιλο ή μη. Το Intimate Enemies είναι ένα project που ασχολείται με ακριβώς αυτές, τις άγνωστες στους περισσότερους από εμάς, πολεμικές συρράξεις, με τον δημιουργό του Florent Emilio Siri να προσπαθεί επί αρκετά χρόνια να το φέρει στις οθόνες ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές.

Το σενάριο δεν απεικονίζει σε κάποια πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί δραματοποίηση αληθινών μαρτυριών από διαφορετικούς ανθρώπους και τα οποία μετά πλέχτηκαν σε μία ιστορία. Η ταινία ακολουθεί τον λοχαγό Terrien ο οποίο τοποθετείται ηγέτης της διμοιρίας που βρίσκεται στα βουνά της Αλγερίας και κυνηγάει τον Slimane, έναν από τους σημαντικότερους φελάχους που υποκινεί την αντιστασιακή δράση των Αλγερινών ενάντια στους Γάλλους. Μαζί με τον “καραβανά” λοχία Dougnac και τους στρατιώτες τους αναλαμβάνουν αποστολές ώστε να ανακαλύψουν την κρυψώνα του Slimane.

image

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταινίας είναι η ειρωνεία του “εμφύλιου” πολέμου αφού μέχρι πριν από λίγα χρόνια Γάλλου και Αλγερινοί συνυπηρετούσαν για να αποτρέψουν την ανεξαρτησία άλλων αποικιών της Γαλλίας. Στρατιώτες που κάποτε ήταν στην ίδια γραμμή, τώρα κατασφάζονται και η τραγικότητα της ερώτησης του Terrien στον Αλγερινό στρατιώτη του γιατί διάλεξε να πολεμήσει με τη Γαλλία και όχι με τους αντιστασιακούς συμπατριώτες του είναι μνημειώδης.

Αν και τυπικά υπάρχουν αρκετές σκηνές μάχης, αυτές δεν έχουν την Χολιγουντιανή επικότητα που έχουμε συνηθίσει, όχι τόσο γιατί δεν υπάρχουν τα τεχνικά (και οικονομικά) μέσα αλλά γιατί αυτός ο πόλεμος γινόταν με τους κανόνες των “κλεφτών και αρματολών”, ψηλά στα βουνά με κρυμμένους φελάχους πίσω από κάθε δέντρο και τους στρατιώτες να προσπαθούν να βρουν πληροφορίες για τον Slimane ενώ χάνουν τη ζωή τους χωρίς να μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ελευθέρους σκοπευτές. Οι μέθοδοι αντιμετώπισης των φελάχων με ναπάλμ αλλά και οι θηριωδίες ένθεν κι ένθεν, μαζί με την καταρράκωση της ψυχολογίας του “ανυποψίαστου” Terrien, μας δίνει και μερικές, άγριας γοητείας, κινηματογραφικές εικόνες.

Εδώ πρέπει να επιστρέψω στη πρώτη φράση της δεύτερης παραγράφου, όπου έγραψα ότι το Intimate Enemies είναι συρραφή γεγονότων και αυτό είναι το μεγαλύτερο αρνητικά, ή slang ξενέρωμα της ταινίας. Εκτός των δύο αξιωματικών, τους οποίους εξαίσια ενσαρκώνουν οι Benoît Magimel (Terrien) και ειδικά ο Albert Dupontel (Dougnac), και έναν στρατιώτη, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για κανέναν άλλον χαρακτήρα της ταινίας. Βλέπουμε τα στρατιωτάκια να σκοτώνονται και δε μπορείς να συμπάσχεις γιατί κινηματογραφικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από εκείνον που πέρασε στη προηγούμενη σκηνή πίσω από τον Terrien ή τον Dugnac. Η εξέλιξη της δράσης γίνεται σχεδόν με βιντεοπαιχνιδίστικο τρόπο, πάνε σε αποστολή, σκοτώνονται μερικοί, επιστροφή, σκηνή στο ΚΨΜ, επόμενη αποστολή, σκοτώνονται άλλοι τόσοι και ξανά από την αρχή. Τραγικό αποκορύφωμα η τσόντα δακρύβρεχτη μελοδραματική σκηνή προς το τέλος που έδειχνε τους “πεσόντες” και σχεδόν δεν θυμόμουν κανέναν από αυτούς, ούτε καν φατσικά.

image

Με την ιστορία να μην είναι το δυνατό μου σημείο, το L' Ennemi Intime, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, μου έδειξε πολύ ενδιαφέροντα, σχεδόν ντοκουμενταρίστηκα στοιχεία για την προσπάθεια ανεξαρτησίας της Αλγερίας από τη Γαλλία, είδα δύο πολύ καλές ερμηνείες, μερικές ψυχολογικά έντονες σκηνές με ιδιαίτερα καλογραμμένους διαλόγους αλλά όλα αυτά δεν ταίριαξαν ώστε να παρακολουθήσουμε κάτι καλύτερο από απλά τη συρραφή των συστατικών της.

6/10

 

14 Απριλίου 2011

Rio review

image

Έχοντας αφήσει πίσω του την άκρως επιτυχημένη τριλογία Ice Age, o Βραζιλιάνος Carlos Saldanha επιστρέφει στα θερμά κλίματα και στην πατρίδα του, το Ρίο ντε Τζανέιρο. Καταφέρνει όμως τελικά να μας ζεστάνει ή μήπως του ταιριάζουν περισσότερο οι προϊστορικοί πάγοι;

Ο Blu είναι ένας μπλε Μακάο παπαγάλος ο οποίος κατά τύχη ή μάλλον ατυχία βρέθηκε να μεγαλώνει στην παγωμένη Μινεσότα αντί στα νότια θερμά κλίματα όπου ανήκει, όταν τον περιμάζεψε η μικρή τότε Linda. Από ελεύθερο Μακάο, ο Blu έγινε ένα κατοικίδιο που δε ξέρει καν να πετάει. Μέχρι που ένας ορνιθολόγος βρίσκει την Linda και της ζητάει να έρθει στο Ρίο της Βραζιλίας όπου βρίσκεται το τελευταίο Μακάο για να ζευγαρώσουν με τον Blu και να μη χαθεί το είδος. Εκεί πέφτει θύμα απαγωγής από λαθρέμπορους εξωτικών πτηνών, περνάει από σαράντα κύματα για να καταφέρει να σώσει τον εαυτό του αλλά και την πανέμορφη αλλά άγρια Jewel, να βρει την Linda και όλα αυτά ενώ προσπαθεί να μάθει να πετάει.

image

Βλέποντας το trailer, περιμέναμε samba, καρναβάλι και τρελό κέφι με έναν παπαγάλο που προσπαθεί να πετάξει. Μπορεί όλα αυτά, αν μέρη να τα πήραμε και ίσως ακόμα περισσότερα με τα εκπληκτικά πανοραμικά της πόλης που σου έκοβαν την ανάσα έστω και αν ήξερες ότι ήταν απλά “ζωγραφιές”, πανέμορφα, πολύχρωμα αλλά και γεμάτα ένταση κυνηγητά, αλλά όλα τα παραπάνω ήρθαν σε μικρές δόσεις. Ενώ η κεντρική ιστορία είχε αρκετά στάδια εξέλιξης, αυτά ήταν υπερβολικά δημοκρατικά μοιρασμένα με αρκετές “αποτυχημένες” σκηνές όπως hip-hop dance sequences που δε κολλούσαν καθόλου, οι σκηνές με τους “ανθρώπινους” πρωταγωνιστές να καταλαμβάνουν συγκριτικά μεγάλο μέρος της ταινίας που προκαλούσαν μία κάποια κούραση.

Τα Ice Age μπορεί σαν σύνολο να ήταν άκρως επιτυχημένα αλλά δεν έπασχαν και από λίγα μειονεκτήματα τα οποία δυστυχώς είναι εμφανή και εδώ με βασικότερο τους αδιάφορους έως εκνευριστικούς δεύτερους χαρακτήρες. Και μπορεί τα Ice Age να είχαν τον Scrat και στο Horton την μικρή Katie αλλά εδώ δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο που να κλέβει τη παράσταση και να μετριάζει την αποτυχία των υπολοίπων. Ο Luiz, ένα σαλιάρικο μπουλντόγκ ίσως είχε αυτό το ρόλο αλλά η εμφάνισή του έγινε πολύ αργά και δε πρόλαβε να κερδίσει το θεατή.

image

Το Rio είναι αναμφισβήτητα μια πανέμορφη, γεμάτη χρώμα ταινία που θα απολαύσουν όλες οι ηλικίες. Αλλά τα αρκετά μειονεκτήματα δεν το αφήνουν να γίνει όσο διασκεδαστικό, όσο έντονο, όσο samba, όσο Rio θα θέλαμε. Δείτε το, με ή χωρίς ανήλικη παρέα και δε θα το μετανιώσετε αλλά βγαίνοντας, μάλλον θα περιμένετε το Cars 2 ή το Ice Age 4 για κάτι καλύτερο.

6/10

 

9 Απριλίου 2011

Trolljegeren (The Troll Hunter) review

image

Τα τρόλς είναι πλάσματα που ανάλογα σε ποιον τα αναφέρεις, απεικονίζονται εντελώς διαφορετικά. Για τα παιδιά, τρολς είναι οι “ευχούληδες” ή τα μικρά πλασματάκια με μυτερό καπέλο, για τους gamers είναι άσχημα τέρατα που σκοτώνουν στο WoW και οι ενοχλητικοί χρήστες στα fora, όμως για τους Σκανδιναβούς τα τρολς είναι μυθολογικά άσχημα ηλίθια τέρατα, συνήθως επικίνδυνα αλλά και ηρωικά που ζουν απομονωμένα στα βουνά. Και επειδή όπως κάθε μύθος επιβάλλεται να έχει τους υποστηρικτές του, το Troll Hunter είναι ένα mockumentry, δηλαδή φανταστικά γεγονότα παρουσιασμένα σε μορφή ντοκιμαντέρ που μας λέει την ιστορία για την συγκάλυψη της ύπαρξης των Trolls από την Νορβηγική κυβέρνηση!

image

Χρησιμοποιώντας το πολυφορεμένο τρικ των “χαμένων κασετών που βρέθηκαν μετά από καιρό”, το Troll Hunter μας παρουσιάζεται ως το υλικό που βρέθηκε μετά την εξαφάνιση μιας ομάδας φοιτητών κινηματογραφιστών που έκαναν έρευνα για το λαθραίο κυνήγι αρκούδων και βρέθηκαν να κυνηγάνε τρολς μαζί με τον Hans, έναν “δημόσιο υπάλληλο” που σκοπό έχει να μην αφήσει τα τρολς να φύγουν από τη περιοχή τους.

Η ταινία του André Øvredal έκανε αισθητή τη παρουσία της στο φεστιβάλ του Sundance όπου κέρδισε ένα αυτόματο cult status και λίγο αργότερα έφερε και τις αναμενόμενες φήμες για αμερικάνικο remake. Η σύγκριση με το Blair Witch Project είναι άμεση και όχι άδικα αφού έχουν πολλά κοινά στοιχεία αλλά όχι και το ίδιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Το βάρος του Troll Hunter πέφτει στον μυστηριώδη Hans και τον ηθοποιό Otto Jespersen που τον υποδύεται με τρομερό ρεαλισμό, και φυσικά τα τρολς όπου επιλέγει το δρόμο του Cloverfield, λίγες εμφανίσεις τους αλλά πεντακάθαρες και μπροστά στα μάτια μας, όχι σκιές και υποψίες. Καθαρά σκηνοθετικά, ο δημιουργός τα καταφέρνει περίφημα αφού παρά το σχεδόν αστείο κεντρικό θέμα, μας κάνει να πιστέψουμε ότι μπορούσε να είναι ένα ντοκιμαντέρ.

image

Εκεί που χάνει όμως είναι στη δραματουργία. Ο μύθος των τρολς έχει κάποιους κανόνες, όπως ότι κυνηγούν μόνο τη μέρα γιατί το φως τους μετατρέπει σε πέτρα ή τους κάνει να εκρήγνυνται, τους έλκει το χριστιανικό αίμα και είναι απλά ηλίθια άγρια ζώα. Τα σατιρικά στοιχεία αν και στη θεωρία μοιάζουν απολύτως ταιριαστά, στη πράξη περνάνε εντελώς αδιάφορα έως γελοία. Όσο για το στοιχείο της εναλλαγής μέρας-νύχτας, για ακατανόητο λόγο, το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της μέρας όπου ουσιαστικά δε περιμένεις να δεις κάποιο τρολ, κάτι που σε κάνει να χάνεις την απαραίτητη ένταση και τελικά καταλήγει μια κουραστική αντιγραφή του Blair Witch.

Παρά τις καλές ιδέες και την πειστική παρουσίαση, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι ούτε ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ ούτε μια διασκεδαστική ταινία. Μερικές ιδιαίτερα αξιόλογες σκηνές την ώρα που εμφανίζονται τα τρολς αλλά μάλλον τίποτα περισσότερο μετά από αυτό.

5,5/10

 

 

8 Απριλίου 2011

Hanna review

image

Ταινίες σαν το Hanna, σε κάνουν να πιστεύεις ότι το μέλλον του κινηματογράφου είναι ήδη εδώ. Ένας 39χρονος σκηνοθέτης, ένας 30χρονος σεναριογράφος, μια 16χρονη πρωταγωνίστρια, το σχετικά ελάχιστο budget των 30.000.000 δολαρίων και η μουσική των Chemical Brothers είναι τα δομικά στοιχεία πάνω στα οποία βασίστηκε η, παραλίγο, μεγαλύτερη έκπληξη της χρονιάς.

image

Η Hanna, ένα 16χρονο κορίτσι ζει με το πατέρα της Erik Heller απομονωμένη στα παγωμένα δάση της Φιλανδίας. Όλη της τη ζωή την πέρασε εκεί, με τον πατέρα της, πρώην πράκτορα της CIA, να την εκπαιδεύει για να γίνει ένας δολοφόνος, ένας πράκτορας, ένας στρατιώτης. Οι δυνάμεις της, οι αντοχές της,η αντίληψή της είναι σε αφύσικα επίπεδα. Η εκπαίδευση ολοκληρώνεται και η Hanna παίρνει την απόφαση να γυρίσει στο πολιτισμό με σκοπό να σκοτώσει ή να σκοτωθεί από την πράκτορα Marissa Wiegler. Πατέρας και κόρη ακολουθούν τελείως διαφορετικές ρότες με τελικό προορισμό τη Λειψία και το παραμυθένιο σπίτι των αδερφών Grimm. Ποια είναι τελικά η Hanna;

Ο Λονδρέζος Joe Wright, μετά από 3 απανωτά δράματα Pride & Prejudice, Atonement και The Soloist, δε μοιάζει και ο ιδανικός υποψήφιος για μια “κατασκοπική περιπέτεια ενηλικίωσης”, όπως μπορεί απλά να περιγραφεί. Όμως μετά την αποχώρηση του Danny Boyle, η νεαρή πρωταγωνίστρια σχεδόν επέβαλε τον Wright με τον οποίον συνεργάστηκε στο Atonement, ταινία που ουσιαστικά έκανε γνωστούς και τους δύο. Αλλά και ο σκηνοθέτης φρόντισε να βγάλει τη νεαρή ασπροπρόσωπη, αφού κατάφερε να πλέξει και να σερβίρει ένα ψυχροπολεμικό θρίλερ, με χιτσκοκική ατμόσφαιρα, τη δράση του Bourne Identity και τη πορεία ενηλικίωσης της Mathilda. Με οσκαρικής ποιότητας μοντάζ, άλλοτε αεικίνητη και άλλοτε ακίνητη σκηνοθεσία, υπό την εκκωφαντική μουσική υπόκρουση των Chemical Brothers και μονίμως βουτηγμένη βαθειά στα καταγάλανα μάτια της Saoirse Ronan που ανατριχιάζει με την ερμηνεία της με παρτενέρ τους εξίσου καλούς Eric Bana και Cate Blanchett (σε έναν ρόλο όπως θα έπρεπε να είναι στο Kingdom of the Crystal Skull), η ταινία, τουλάχιστον μέχρι τη μέση, μοιάζει να μπαίνει εύκολα στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

image

Κάπου εκεί όμως το γλυκό λίγο χαλάει και δυστυχώς από πολλές και ταυτόχρονες πλευρές. Ο διαολεμένος ρυθμός και κατ’ επέκταση σκηνοθεσία και μοντάζ του πρώτου μισού πέφτει σταδιακά αλλά αισθητά. Η ένταση μειώνεται σε αφύσικα επίπεδα για αυτά που είχαμε συνηθίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο σκηνοθέτης μοιάζει σα να κουράστηκε να πειραματίζεται με κάθε σκηνή και το συνολικό οπτικό αποτέλεσμα ρίχνει τη ποιότητά του. Ταυτόχρονα όμως και η ιστορία δε βοηθάει ιδιαίτερα, αφού το κυνηγητό της Hanna μέχρι το Μαρόκο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον αλλά η συνέχεια σε Ισπανία, Γαλλία και Γερμανία μοιάζει αρκετά επαναλαμβανόμενη και κυρίως χωρίς περιεχόμενο. Και κάπου εκεί, λίγο πριν το τέλος, έρχεται η απάντηση σε ένα ερώτημα που τέθηκε μεν, αλλά τελικά δε ξέρω αν χρειαζόταν να απαντηθεί, ποια είναι τελικά η Hanna. Η απάντηση που δίνεται σηκώνει πολύ συζήτηση, όχι τόσο ως προς το περιεχόμενό της αλλά κυρίως στο αν θα έπρεπε να υπάρχει καν σαν ερώτημα. Κατόπιν εορτής, θεωρώ ότι το ερώτημα θα έπρεπε να έχει αφεθεί μετέωρο και αναπάντητο, ένα εκνευριστικό μεν κινηματογραφικό τρικ αλλά μερικές φορές η θεωρίες των θεατών είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες από την ιδέα ενός σεναριογράφου.

Η χρονιά είναι ακόμα νέα αλλά το Hanna είναι από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του 2011 αφού, τουλάχιστον το πρώτο μισό του, ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Δυστυχώς η γεύση που αφήνει στο τέλος είναι σχετικά πικρή αλλά αυτό δε καταφέρνει να ακυρώσει μια εξαιρετική ταινία.

7/10

 

Related Posts with Thumbnails