9 Ιανουαρίου 2011

True Grit (Αληθινό Θράσος) review

image

Μετά από μερικά χρόνια σχετικής μετριότητας, οι αδερφοί Coen γυρνάνε στο είδος που τους έφερε μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι τη μεγαλύτερή τους επιτυχία, No Country for Old Men, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά αφαιρούν το νέο- από το genre, δίνοντάς μας το remake της, όχι και καλύτερης, ταινίας του John Wayne, True Grit.

image

Η 14χρονη Mattie Ross μόλις έχασε τον πατέρα της που δολοφονήθηκε από τον Tom Chaney, έναν άντρα που είχε στη δούλεψή του. Η αποφασιστικότητά, το πείσμα και φυσικά το θράσος της, κάνουν την μικρή να πάει μόνη της στη πόλη για να κανονίσει τις ανοιχτές υποχρεώσεις του πατέρα της αλλά κυρίως να βρει τον δολοφόνο του. Για να το καταφέρει, προσλαμβάνει τον Rooster Cogburn, έναν αλκοολικό U.S. Marshal, αλλά κατά βάθος κυνηγό επικηρυγμένων που έχει τη φήμη ότι πρώτα σκοτώνει και μετά ρωτάει. Παρά τις αντιθέσεις του Cogburn, συμφωνεί να ψάξει τον Chaney αλλά, παρόλο που προσπαθεί να το αποφύγει, ακολουθείται στενά και από την Mattie σε αυτή του τη προσπάθεια. Οι δυο του, μαζί και με την βοήθεια του Texas Ranger LaBoeuf, που ψάχνει τον Chaney για άλλα αδικήματα στη περιοχή του, ξεκινάν να βρουν τον δολοφόνο του πατέρα της Mattie.

Το αληθινό θράσος της Mattie είναι προφανώς ο κύριος πρωταγωνιστής του True Grit. Η Hailee Steinfeld στο πρώτο της μεγάλο ρόλο, καταφέρνει απόλυτα να μας πείσει ότι είναι μια πραγματική διαβόλου κάλτσα. Δεν κωλώνει πουθενά, διαπραγματεύεται σκληρά για τα οικονομικά της και δεν δέχεται το όχι για απάντηση. Αλλά στο βάθος είναι απλά ένα 14χρονο κορίτσι που ο θάνατος του πατέρα της την έχει βάλει στο τριπάκι της εκδίκησης και όχι ένα δισδιάστατο Hit-Girl. Όλα αυτά όμως μέχρι το πρώτο τρίτο της ταινίας, αφού από κει και πέρα παίρνει τα ηνία ο Jeff Bridges ως Cogburn σε έναν ρόλο, πολύ καλό μεν, αλλά μας αφήνει έντονα την αίσθηση ότι βλέπουμε τον Bad Blake (από το Crazy Heart) μιμούμενο την υπερβολικά βραχνή φωνή του Bale ως Dark Knight, με μια πινελιά χιούμορ του Dude, και όλα αυτά κυνηγώντας επικηρυγμένους στην άγρια δύση. Ωραίος συνδυασμός βέβαια, αλλά με χάλασε λίγο να βλέπω ταυτόχρονα τους Bad Blake- Bruce Wayne- The Dude, στο σώμα του Cogburn και όχι τον Cogburn himself.

image

Δυστυχώς από τη στιγμή που παίρνει τα ηνία ο Cogburn, η Mattie δε μένει απλά στο παρασκήνιο αλλά ζήτημα είναι να έχει 15-20 γραμμές διαλόγου στην υπόλοιπη διάρκεια της ταινίας ενώ θεωρητικά είναι η πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Όσο για τους υπόλοιπούς, δεν υπάρχουν και πολλά να πω αφού οι Josh Brolin και Barry Pepper έχουν-δεν έχουν 10 λεπτά παρουσίας και μόνο ο Matt Damon εμφανίζεται λίγο παραπάνω αλλά μοιάζει, μετά το Green Zone, να παίζει για άλλη μια φορά σε αυτόματο πιλότο. Πειστικότατος αλλά μάλλον αδιάφορος και ως ρόλος και ως ερμηνεία. Σε υψηλά επίπεδα όμως, κυμαίνεται η σκηνοθεσία, με τους Coen να παρουσιάζουν ένα άρτιο σύνολο, χωρίς υπερβολές αλλά και με τις γνωστές πινελιές τους όπως η παρουσία του κατάμαυρου χιούμορ και της “ελεγχόμενη βίας”.

Ενδιαφέρουσα ιστορία που όμως χάνει αρκετό από το ενδιαφέρον της με τον γρήγορο παραγκωνισμό της πραγματικής πρωταγωνίστριας, αξιόλογες ερμηνείες αλλά με λαθάκια και ανισότητες, άρτια σκηνοθεσία αλλά χωρίς κάτι το αξιομνημόνευτό. Τι είναι τελικά το True Grit; Είναι διασκεδαστικό, είναι ευχάριστο, δεν είναι βαρύ, δεν είναι τόσο σοβαρό όσο θέλει να δείξει και σίγουρα δεν είναι αριστούργημα.

6,5/10

 

7 Ιανουαρίου 2011

Toy Story 3 review

image

Μεγαλωμένος με Bugs Bunny, Lion King και Ducktales, το Toy Story και η Pixar μπήκε με το έτσι θέλω στη ζωή μου το 1995 και ποτέ δε κατάλαβα προς τι ο τόσο μεγάλος θόρυβος. Τα τότε απίστευτα τρισδιάστατα γραφικά με εντυπωσίασαν σαν τεχνολογία αλλά δε κατάφεραν να με πείσουν ότι προσφέρουν κάτι παραπάνω και ποτέ δε συμπάθησα τη συγκεκριμένη σειρά. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια αργότερα και αφού είχε ήδη κυκλοφορήσει το Toy Story 3 στις αίθουσες, το οποίο και είχα σνομπάρει επιδεικτικά, αποφάσισα να του ξαναδώσω μια ευκαιρία ξαναβλέποντας τα δύο πρώτα μέρη ώστε μετά να δω και το τρίτο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι το πρώτο μου άρεσε αρκετά, ενώ το δεύτερο αρκετά λιγότερο και αν και ανέβηκε στην υπόληψη μου, παρέμεινε μια σχεδόν αδιάφορη σειρά, ίσως τη χειρότερη της Pixar μαζί με το Up (χωρίς να έχω δει το A Bug's Life).

image

Μετά τις περιπέτειες που πέρασαν ο Woody, ο Buzz και τα υπόλοιπα παιχνίδια στις δύο προηγούμενες ταινίες, στο Toy Story 3 τα χρόνια έχουν περάσει, ο μικρός Andy έχει γίνει 17, σε λίγο φεύγει στο κολλέγιο και τα έχει ξεχάσει σε ένα μπαούλο. Λίγο πριν φύγει πρέπει να ξεκαθαρίσει το δωμάτιό του αποφασίζοντας τι θα πάρει μαζί του, τι θα βάλει στο πατάρι και τι θα πετάξει. Τα παιχνίδια με διάφορα τεχνάσματα προσπαθούν να θυμίσουν στον Andy τις ώρες παιχνιδιού που πέρασαν μαζί φοβούμενοι ότι θα βρεθούν στα σκουπίδια. Μετά από διάφορες αναποδιές τα παιχνίδια καταλήγουν σε ένα παιδικό σταθμό που αν και αρχικά μοιάζει με παράδεισος, τελικά αποδεικνύεται ότι είναι μια φυλακή με αρχηγό τον αρκόυδο Lotso. Τα παιχνίδια θα προσπαθήσουν να αποδράσουν, να γυρίσουν σπίτι τους αλλά και να βρουν τι θα απογίνουν στο μέλλον αφού ο Andy φεύγει.

Αν και η ταινία ξεκινάει με έναν υπερβολικά αναμενόμενο τρόπο που σε τρομάζει ότι θα δεις πάλι μία από τα ίδια, στη συνέχεια μας δείχνει τα δόντια της. Αν και σε όλη τη διάρκειά της έχει “επικές” σκηνές δράσης, μεγάλες δόσεις χιούμορ, αρκετά ανώτερης ποιότητας από τις προηγούμενες προσπάθειες σωστά μοιρασμένα σε αστεία που απευθύνονται σε μικρές και μεγάλες ηλικίες ώστε να μην αφήσει κανέναν παραπονούμενο, το Toy Story 3 είναι κατά βάθος μία από τις καλύτερες coming-of-age ταινίες που μπορώ να θυμηθώ. Χωρίς να προσπαθεί καθόλου, η σχέση του Andy με τα παιχνίδια του γίνεται για πρώτη φορά πιστευτή. Γεμάτο συναισθήματα, μας πείθει ότι το Toy Story είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία και όχι απλά η ιδέα των παιχνιδιών που ζωντανεύουν και μπλέκουν σε περιπέτειες.

image

Γέλασα με τη ψυχή μου, συγκινήθηκα, διασκέδασα αλλά κυρίως είδα το Toy Story ως ταινία και όχι σαν ευκαιρία για να βγάλουν χιλιάδες νέα παιχνίδια με τους νέους χαρακτήρες. Οι υπερβολικά πολλές σκηνές απόδρασης/κυνηγητού πρέπει να παραδεχτώ ότι κούρασαν αφού επαναλαμβάνονται με αρκετή φαντασία μεν, αλλά για πολλοστή φορά με τον ίδιο τρόπο μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια και δε προσφέρουν τίποτα στους μεγαλύτερους θεατές, αντίθετα με τις μικρότερες ηλικίες που πιστεύω θα ενθουσιαστούν. Συγγνώμη Toothless (How to Train your Dragon) αλλά μόλις το Toy Story 3 σου έκλεψε το φετινό Όσκαρ…

7,5/10

 

5 Ιανουαρίου 2011

Chatroom (Ch@troom) review

image

Πριν από αρκετά χρόνια και κυρίως μετά την επιτυχία των Ringu, ο Hideo Nakata θεωρήθηκε ο νέος μεγάλος master of horror. Μετά την αποτυχία όμως του Ring Two, ο Ιάπωνας σκηνοθέτης γύρισε στη σιγουριά της πατρίδας του όπου και πάλι όμως δε κατάφερε κάποια μεγάλη επιτυχία. Έπρεπε να περάσει μια πενταετία για να δούμε φέτος το Ch@troom, το νέο του θρίλερ (;), βρετανικής παραγωγής αυτή τη φορά.

image

Η ταινία του Nakata, πραγματεύεται κατά κύριο λόγω την πολυσυζητημένη ασφάλεια των πάλε ποτέ διασήμων chat rooms όπου ο καθένας μπορούσε να μπει και να μιλήσει με τον οποιονδήποτε, με μοιραία, κάποιες φορές, κατάληξη. Αξιοποιώντας αυτό το θέμα, έφτιαξε έναν εικονικό κόσμο όπου τα chatrooms είναι πραγματικά δωμάτια ενός κτηρίου με διαφορετικά θέματα συζήτησης και ο κάθε χρήστης διαλέγει σε ποιο θα μπει. Και δεν αναφέρομαι σε δωμάτια κάποιας virtual τεχνολογίας, ούτε κάποια φαντασίωση του πρωταγωνιστή αλλά την ουσιαστική οπτικοποίηση του οικοδομήματος των chat rooms.

Ο William βρίσκει ένα κενό δωμάτιο και φτιάχνει ένα καινούριο chat room με το γενικό tag, Chelsea teens. Η Eva, μια νεαρή wannabe μοντέλα που το μόνο που μοιάζει να την ενδιαφέρει είναι το shopping, ο Jim, βαθειά πληγωμένος από την εγκατάλειψη του ίδιου και της μητέρας του από τον πατέρα του, θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο και ζει με ψυχοφάρμακα, ο Mo, εκ πρώτης όψεως ο κλασσικός teenager που λατρεύει τα video games και την τηλεόραση, αλλά και την 11χρονη αδερφή του καλύτερού του φίλου, και η Emily, μια πριγκηπέσα κλειδωμένη στο βασίλειο των βιβλίων, της πειθαρχίας και της βαρεμάρας, είναι η παρέα των πέντε που μοιάζει αθώα αλλά ο William, ένας έφηβος με παντελή έλλειψη κοινωνικότητας, που ζει μέσα στα chatrooms, τους δελεάζει να ανοιχτούν, να πουν τα προσωπικά τους, τα προβλήματά τους με σκοπό να τους χειραγωγήσει απόλυτα και να τους οδηγήσει εκεί που δε μπορεί να πάει ο ίδιος, στο θάνατο.

image

Ωραία, τώρα που μάθατε περί τίνος πρόκειται το Chatroom, ξεχάστε τα. Όλη η ταινία αναλώνεται σε ανούσιες συζητήσεις μέσω των οποίων ο William προσπαθεί να πλησιάσει τους τέσσερεις συνομιλητές του και το τρόπο που τους επηρεάσει ώστε να κάνουν αυτά που δε τολμάει ο ίδιος. Όλη η δύναμη που του λείπει στη πραγματική ζωή, τη βρίσκει στα chatrooms. Τρομακτικά κουραστική, χωρίς ίχνος ρυθμού και ενδιαφέροντος αφού ουσιαστικά ποτέ δε καταφέρνουμε να νοιαστούμε για κανέναν από τους ήρωες με μοναδική εξαίρεση το τελευταίο δεκάλεπτο που ξαφνικά το, μέχρι τότε, ψευτοντοκιμαντέρ για τους κινδύνους του internet και πως μπορεί κάποιος να τους εκμεταλλευτεί, γίνεται μια γρήγορη έντονη ταινία, έστω και χωρίς ιδιαίτερο νόημα για το θεατή, αλλά είναι ήδη πάααρα πολύ αργά.

Αν και έξυπνη η επιλογή των ηθοποιών με νεαρά και αρκετά γνωστά ονόματα σε αυτό με αιχμή του δόρατος τους Aaron Johnson του Kick-Ass και την ραγδαία ανερχόμενη Imogen Poots που γνωρίσαμε στο 28 Weeks Later, η ερμηνείες κυμαίνονται από καλές μέχρι τραγικά κακές. Υπάρχουν πραγματικά σκηνές που νόμιζες ότι απήγγειλαν στο μπάνιο τους.

Όμως το κλίμα ήταν στραβό και πριν το φάει ο γάιδαρος…Είμαστε στο 2011, που θυμήθηκε ο Nakata τα chatrooms! Μπορεί πριν 5-10 χρόνια να ήταν trend της εποχής αλλά σήμερα είναι αρχαία ιστορία με τα περισσότερα από αυτά να έχουν κλείσει και να τα έχουν ξεχάσει μέχρι και οι δημιουργοί τους.

image

Το Chatroom, προβλήθηκε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών, και δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε η χειρότερη ταινία του φεστιβάλ. Ανούσια, κουραστική, εκτός εποχής, κακές ερμηνείες και το μόνο που μένει είναι η όντως εντυπωσιακή οπτικοποίηση των chatrooms και ένα αρκετά ενδιαφέρον soundtrack. Μπορούσε άνετα να προβληθεί στα σχολεία προς επίδειξη των κινδύνων του internet, αφού εκτός των άλλων δεν είναι καν θρίλερ, παρά ένα δράμα μυστηρίου.

3,5/10

3 Ιανουαρίου 2011

The Town review

image

Πριν από λίγα χρόνια, ο Ben Affleck είχε εκπλήξει τους πάντες με την απόφασή του να σκηνοθετήσει το Gone Baby Gone, για το οποίο και βραβεύτηκε πολλάκις ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης. Αυτή τη φορά, έχοντας χάσει το το στοιχείο του αιφνιδιασμού αναλαμβάνει το The Town, ακόμη μία ταινία βασισμένη σε βιβλίο, κάνοντας όμως το λάθος να βάλει για πρωταγωνιστή τον εαυτό του.

Η Βοστώνη και πιο συγκεκριμένα το Charlestown, είναι μια περιοχή που η ληστεία τραπεζών είναι επάγγελμα, είναι παράδοση που πάει από πατέρα σε γιο. Οι Doug, James, Gloansy και Desmond είναι μια συμμορία που ληστεύουν τράπεζες και θωρακισμένα οχήματα. Η τελευταία ληστεία δε πάει ακριβώς όπως υπολογίζουν και αναγκάζονται να πάρουν την Claire, διευθύντρια της τράπεζας, ως όμηρο και να την ελευθερώσουν λίγο αργότερα. Ο James, είναι ο πιο πωρωμένος, ο πιο βίαιος, αυτός που πυροβολεί στο ψαχνό αν κάποιος του πάει κόντρα ανησυχεί ότι η απελευθέρωση της Claire θα τους βάλει σε μπελάδες, έτσι ο Doug, αναλαμβάνει να την παρακολουθεί για να ανακαλύψει αν ξέρει κάτι που μπορεί να τους ενοχοποιήσει. Όμως Doug και Claire γνωρίζονται και μια περίεργη σχέση ξεκινάει, χωρίς φυσικά την τελευταία να ξέρει ότι ο Doug είναι ο άνθρωπος που την απήγαγε. Το FBI με επικεφαλή τον πράκτορα Frawley προσπαθεί να ανακαλύψει τους τέσσερεις ληστές ενώ ο Doug παίρνει την σημαντικότερη απόφαση και αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του με την Claire, όμως είναι ήδη μπλεγμένος πολύ βαθιά…

image

Το The Town βασίζεται στη νουβέλα του Chuck Hogan, Prince of Thieves. Η αρχική κόπια της ταινίας ήταν σχεδόν τέσσερις ώρες μιας και το βιβλίο δεν ήθελε απλά να πει μια ιστορία με κλεφτές και αστυνόμους αλλά να τονίσει το πραγματικό γεγονός της τεράστιας εγκληματικότητας στο Charlestown αλλά και της ιδιότυπης σχέσης του Doug και της Claire. Το αποτέλεσμα που βλέπουμε εμείς στις οθόνες μας πέρασε από εκτεταμένο μοντάζ αφαιρώντας οποιαδήποτε σημαντική μεν, αλλά χρονοβόρα λεπτομέρεια ώστε να φτάσει στα, και πάλι αρκετά 150 λεπτά. Ακόμα όμως και έτσι, τα γεγονότα που παρακολουθούμε είναι λίγα για να γεμίσει αυτό το χρόνο και το επίθετο, ο χαρακτηρισμός που πλημυρίζει το μυαλό μου όσο την έβλεπα ήταν, Φλύαρη.

Φλύαρη αλλά όχι και βαρετή. Αυτό όπως που καταφέρνει ο Affleck πραγματικά δε μπορεί να μην εντυπωσιάσει αφού χωρίς ιδιαίτερη δράση, αλλά ούτε ιδιαίτερη πρόοδο της ιστορίας, το The Town δε κουράζει παρά ελάχιστα. Ιδιαίτερα στρωμένη σκηνοθεσία, χωρίς εξωτικά Χολιγουντιανά εφέ, υποτονικός αλλά σταθερός ρυθμός, ο Affleck με μόλις δύο ταινίες στο ενεργητικό του μοιάζει ήδη βετεράνος. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το δεδομένο ότι τελικά βλέπεις μια ακόμα heist movie και μάλιστα με υπεραπλουστευμένα βασικά στοιχεία του είδους όπως η οργάνωση των ληστειών χωρίς αυτά να αναπληρώνονται με κάποιο τρόπο.

image

Το μεγαλύτερο λάθος όμως βρίσκεται στην απόφαση του Affleck να αναλάβει το πρωταγωνιστικό ρόλο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν είναι τόσο κακός αλλά απέναντι στους εξαιρετικούς Jeremy Renner, Rebecca Hall και Jon Hamm, πραγματικά ωχριά και το τεράστιο screentime του, σε σχέση με τους άλλους χαρακτήρες γίνεται όλο και πιο ενοχλητικό.

Τελικά αξίζει το The Town τον ντόρο που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του. Κατηγορηματικά όχι. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν είναι και κακή ταινία, κάθε άλλο. Εντυπωσιακή σκηνοθεσία, ικανοποιητικός ρυθμός, φλύαρο και ελαφρώς μεγαλομανιακό σενάριο, εξαιρετικές δεύτερες ερμηνείες που όμως χαντακώνονται από τον πρωταγωνιστή, και 2μιση ώρες που πέρασαν ανώδυνα και σχετικά διασκεδαστικά. Σίγουρα αξίζει να ξαναδούμε τον Affleck πίσω από τη κάμερα, αλλά ελπίζω να μη τον ξαναδούμε μπροστά από αυτή.

6,5/10

 

1 Ιανουαρίου 2011

Καλή Χρονιά!

happy_new_year_by_ravirajcoomar-d35j9w3

Καλή Χρονιά και ευτυχισμένο το 2011.

Το MadWorld Movies εύχεται σε όλους σας, η νέα χρονιά να είναι καλύτερη απ’ όσο μπορείτε να φανταστείτε…

Related Posts with Thumbnails