12 Δεκεμβρίου 2010

London River [Το Ποτάμι Ανάμεσα] review

image

Ο 7η Ιουλίου 2005 χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως η 11η Σεπτεμβρίου της Ευρώπης. Η 4πλη βομβιστική επίθεση σε 4 συρμούς του μετρό και ένα λεωφορείο στο Λονδίνο ταρακούνησε για τα καλά όχι μόνο τους Βρετανούς αλλά σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη. Κινηματογραφικά, το θέμα δεν είχε καταπιαστεί, ίσως επειδή τα γεγονότα είναι αρκετά πρόσφατα. Το London River, βασισμένο σε αυτά τα γεγονότα, μας παρουσιάζει, μέσω μιας παράπλευρης ιστορίας, ένα ήπιων τόνων δράμα που όμως έχει να πει πολλά περισσότερα απ’ όσα αρχικά δείχνει.

image

Η Elisabeth είναι μια νοικοκυρά αγρότισσα που ζει στο μικρό νησί του Guernsey. Όλη της η ζωή είναι ο κήπος και τα ζώα της. Η 20χρονη κόρη της Jane σπουδάζει στο Λονδίνο και έχουν σχετικά τακτική, έστω και τυπική, επικοινωνία. Βλέποντας στις ειδήσεις τις βομβιστικές επιθέσεις, προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της για να μάθει αν είναι καλά αλλά χωρίς να πάρει απάντηση. Έτσι παίρνει την απόφαση να πάει να τη βρει στο Λονδίνο. Εκεί ανακαλύπτει μια κοινωνία που την τρομάζει, γεμάτη αλλοδαπούς και αλλόθρησκους, αλλά και τη άγνωστη ζωή της κόρης της, την οποία ακόμα δε μπορεί να βρει. Ταυτόχρονα, ο Ousmane, ένας μεγαλόσωμος Αφρικανός ψάχνει το γιο που έχει να δει από παιδί και φοβάται ότι μπορεί κάτι να του συνέβη, και οι δρόμοι των δύο γονιών συναντιούνται σε κάθε τους βήμα.

image

Ο Γαλλοαλγερινός σκηνοθέτης Rachid Bouchareb (γνωστός από το πολυβραβευμένο Days of Glory) χρησιμοποιεί ένα αληθινό γεγονός για να φέρει σε σύγκρουση δυο τελείως διαφορετικούς αλλά και ολόιδιους χαρακτήρες. Μπορεί το φαίνεσθαι του London River να είναι η προσπάθεια της μάνας να βρει που είναι η κόρη της αλλά η ουσία είναι η ανάδειξη της ξενοφοβίας. Δύο άνθρωποι από τελείως διαφορετικά μέρη του πλανήτη, ο ένας μεγαλόσωμος και τρομακτικός αλλά τόσο τρομαγμένος και γεμάτος ενοχές για την απουσία του από τη ζωή του γιου τους και μια αγρότισσα που ξαφνικά από τα χωράφια του νησιού της βρίσκεται ανάμεσα σε μαύρους, Πακιστανούς, Μουσουλμάνους και η ξενοφοβία της βγάζει το χειρότερό της εαυτό.

Το London River, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων δε πέφτει στη παγίδα του μελοδράματος, αφού ούτως ή άλλως δεν είναι αυτός ο σκοπός του, παρά μόνο το όχημα για να παρουσιάσει το πραγματικό πρόβλημα. Παρά την ουσιαστική παρουσία πλοκής, η σχεδόν παγωμένη αλλά ταυτόχρονα απελπισμένη προσπάθεια της Elisabeth να βρει την κόρη της, έχει εξαιρετικό ρυθμό και όχι μόνο δε κουράζει αλλά αυξάνει την αγωνία λεπτό προς λεπτό. Οι εξαιρετικά ανεπτυγμένοι κεντρικοί χαρακτήρες, η Elisabeth και ο Ousmane, ερμηνεύονται από δύο κατ’ εξοχήν θεατρικούς ηθοποιούς την Αγγλίδα Brenda Blethyn και τον Sotigui Kouyaté απ’τη Μπουρκίνα Φάσο και μας χαρίζουν μερικές ιδιαιτέρως ρεαλιστικές αλλά και ανθρώπινα σκληρές σκηνές με τον Kouyaté να κλέβει τη παράσταση, στον τελευταίο ρόλο της ζωής του.

image

Το London River ήταν για μένα μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της χρονιάς. Συναισθηματικά και σεναριακα ολοκληρωμένη, χωρίς ανεπιθύμητες εξάρσεις μελοδράματος, με μικρά μειονεκτήματα όπως το η υπερβολικά απότομη τραγική ειρωνεία στο τέλος και κάποιες παραφωνίες στην ερμηνεία της Blethin που όμως σε καμιά περίπτωση δεν αμαυρώνουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες Βρετανικές ταινίες της χρονιάς.

7/10

 

8 Δεκεμβρίου 2010

Hierro [Αγνοείται] review

image

Λίγες μέρες πριν δω το Hierro, το ανέφερα σε έναν φίλο και αυθόρμητα μου είπε, Ισπανικό θρίλερ, πόσο κακό μπορεί να είναι… Κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι η Ισπανική κινηματογραφική βιομηχανία έχει πάρει μια πραγματικά πολύ υψηλή θέση στις προτιμήσεις μας, συνειδητά ή ασυνείδητα. Που να ‘ξερα όμως τι με περίμενε…

image

Η María παίρνει τον 5χρονο γιο της και πάνε διακοπές στο Hierro, το μικρότερο νησί των Καναρίων νήσων. Όμως πάνω στο φέρυ, ο μικρός εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Οι έρευνες σε όλο το πλοίο αλλά και στο νησί δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα και η María πέφτει σε κατάθλιψη. Τρία χρόνια αργότερα, και όντας ακόμα σε κάκιστη ψυχολογική κατάσταση λαμβάνει ένα τηλεφώνημα ότι βρήκαν το πτώμα ενός μικρού αγοριού και πρέπει να έρθει στο νησί για αναγνώριση. Η Maria όμως δεν αναγνωρίζει το πτώμα ως τον γιο της και έτσι πρέπει να μείνει στο νησί ώστε να αποδειχθεί και με τεστ DNA. Περιμένοντας αυτές τις μέρες, η María (νομίζει ότι;) βλέπει τον γιο της σε μια ερημική παραλία και ξεκινάει να ακολουθεί τα στοιχεία ώστε να βρει τι συμβαίνει και αν αυτός που είδε ήταν όντως ο γιος της.

Κατ’αρχάς, είναι εμφανές και από την ιστορία ότι το Hierro δεν είναι θρίλερ όπως διαφημίζεται. Είναι ένα ψυχολογικό δράμα με πινελιές μυστηρίου που μοιάζουν να μπήκαν μόνο και μόνο για να δρέψουν τις δάφνες των διάσημων Ισπανικών θρίλερ. Η ταινία του Gabe Ibáñez επροσπαθεί να σε πείσει ότι έχει ενδιαφέρουσα ιστορία αλλά δε το καταφέρνει σε κανένα σημείο. Πολύ μεγάλο μέρος της ταινίας βλέπουμε την María να θρηνεί για το γιο της και να κοιτάει το άπειρο και όταν αποφασίζουν ότι πρέπει επιτέλους να προχωρήσει η ιστορία, αυτό γίνεται με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Πλήρη απουσία ρυθμού, σκηνοθετικές κινήσεις απελπισίας μπας και ανεβάσει λίγο το ενδιαφέρον που όμως ρίχνει τον πήχη ακόμα πιο χαμηλά και κυρίως σεναριακές ηλιθιότητες με το Η κεφαλαίο, που σε κάνουν να απορείς, “ποιος σκ… το έγραψε αυτό;”.

image

Μπορεί η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας να είναι αξιόλογη αλλά αυτό δε φτάνει σε καμιά περίπτωση για να σώσει το Hierro από τον πάτο του ωκεανού. Προσπεράστε το και ξαναδείτε καλύτερα το Ορφανοτροφείο.

3,5/10

 

7 Δεκεμβρίου 2010

Shi (Poetry) [Ποίηση] review

poster

Μία από τις σημαντικότερες ταινίες που παρουσιάζονται στο φετινό, 51ο Φεστιβαλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είναι το Νοτιοκορεάτικο Shi ενός παλιού γνωστού του ΦΚΘ, του Chang-dong Lee, που τράβηξε τα βλέματα και στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών όπου και κέεδισε το βραβείο καλύτερου σεναρίου.

Παρά τον, ίσως τρομακτικό τίτλο για το πλατύ κοινό, το Poetry είναι μια ανεπανάληπτα ανθρώπινη ταινία που, εμείς οι πιο “εμπορικοί” είχαμε ξεχάσει ότι πραγματικά υπάρχουν και μας υπενθυμίζει ότι οι ταινίες δε πρέπει να βρίσκονται αναγκαστικά βασισμένες στους δύο ακρογωνιαίους λίθους της ζωής, το φόβο και την αγάπη, αλλά σε όλο το φάσμα ανάμεσα.

image

Ο Lee κατάφερε να επαναφέρει στη μεγάλη οθόνη μετά από 15 χρόνια τη βετεράνο πολυβραβευμένη Yoon Jeong-hee χάρη στο εξαιρετικό σενάριό του. Η Jeong-hee υποδύεται την Mi-ja, μια 65χρονη μικροαστή που ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα με τον έφηβο εγγονό της. Παρά τη τραγική οικονομική της κατάσταση, η Mi-ja κάνει τα πάντα για να μη την αποκαλύπτει, πάντα καλοντυμένη και σικ προσπαθεί να τα βγάλει πέρα δουλεύοντας part-time ως οικιακή βοηθός καθαρίζοντας έναν πλούσιο γέρο που λόγω εγκεφαλικού δε μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Με τη μητέρα του εγγονού της και κόρη της να έχει φύγει σε άλλη πόλη, η γιαγιά πρέπει να ανταπεξέλθει στις εφηβικές παραξενιές του εγγονού που έχει ουσιαστικά καταλάβει το σπίτι, αλλά και το Αλτσχάιμερ που κάνει πρώιμα την εμφάνισή του. Ο τρόπος που βρίσκει για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα είναι η ποίηση. Χωρίς ποτέ να είναι ποιήτρια, αποφασίζει να πάει σε ταχύρυθμα μαθήματα ποίησης, βρίσκοντας στους στίχους την ελευθερία που της έχουν αρπάξει η καθημερινότητα και η αρρώστια της. Μέχρι που μαθαίνει ότι για την αυτοκτονία ενός μικρού κοριτσιού ευθύνεται ο εγγονός της και η παρέα του, που την βίαζαν επανειλημμένως επί μήνες. Μη ξέροντας πως να αντιδράσει, η ποίηση θα είναι ακόμα μια φορά η διέξοδός της αλλά οι τύψεις για τις πράξεις του εγγονού της και κυρίως η αδιαφορία του τελευταίου δε μπορούν να την αφήσουν σε ηρεμία. Η προσπάθεια να βρει τα συμφωνηθέντα χρήματα ώστε να αποσιωπηθεί το όλο θέμα την σπρώχνει στα άκρα διαλύοντας την περηφάνια της.

image

Ίσως το πιο αποθαρρυντικό στοιχείο της ταινίας να είναι ο αμφιλεγόμενος τίτλος της που θα απομακρύνει πολλούς από το, έστω να προσπαθήσουν να δουν μια ταινία που λέγεται Ποίηση. Η Ποίηση δεν είναι μια “ποιητική” γενικότητα με αργόσυρτα πλάνα όπως θα φοβηθούν οι περισσότεροι αλλά ένα σιντριβάνι συναισθημάτων που μπορεί να μην έχει τον γνωστό καταιγιστικό ρυθμό των Χολιγουντιανών ταινιών αλλά το νοιώθεις να ξεσπάει ξαφνικά χωρίς να το καταλάβεις, με ανθρώπινα, και όχι κινηματογραφικά, συναισθήματα να σε συνεπαίρνουν.

Η αδιαμαρτύρητη κοινωνική και ηθική κατάρρευση της ντελικάτης ηλικιωμένης που βλέπει ο χρόνος και οι καταστάσεις να στρέφονται εναντίον της και αυτή όχι απλά να μην μπορεί να αντιδράσει, αλλά να μην βρίσκει και κανένα χέρι βοηθείας κάνει την είσοδο των μαθημάτων ποίησης στη ζωή της σχεδόν επιβεβλημένη. Ο καθηγητής τους λέει να δουν τον κόσμο γύρω της όπως δε τον έχουν ξαναδεί, τις ασήμαντες λεπτομέρειες, και παρά την αδυναμίας της να γράψει κάτι δικό της, ανοίγουν οι ορίζοντές της και βρίσκει στα φύλλα ενός δέντρου, σε ένα μήλο, τη βοήθεια που χρειάζεται.

Η αδιαφορία του εγγονού για την πράξη του και κυρίως η κυνικότητα των γονιών των υπολοίπων παιδιών που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα κλείσουν τα στόματα της κοινωνίας πληρώνοντας τη μητέρα του θύματος την προσγειώνει απότομα σε μια κοινωνία που δε γνωρίζει αλλά και που δε μπορεί να δραπετεύσει. Κάνει τα πάντα για να βρει τα χρήματα αλλά η γιορτή των υπολοίπων γονιών την φέρνουν στα άκρα. Άκρα που ποτέ δεν εκφράζει, άκρα που δε ξέρουμε αν είναι απογοήτευση, θυμός, στεναχώρια, εκτός από δύο συγκλονιστικές σκηνές, που επιτέλους προσπαθεί να θέσει τον εγγονό της έναντι των ευθυνών του αλλά και την συνάντηση της με τη μητέρα του θύματος.

image

Η ποίηση είναι μια αρκετά δύσκολη ταινία γιατί απλά δε ξέρεις τι να περιμένεις με μεγαλύτερο φόβο την έλλειψη ουσιαστικής ιστορίας και την εξύψωση της ποίησης σε κάτι σχεδόν μαγικό. Τελικά το Poetry με διέψευσε σε πολύ μεγάλο βαθμό και στις δύο φοβίες μου. Είναι μια εκρηκτικά ήσυχη ανθρώπινη ιστορία με την εξαιρετική ερμηνεία της Jeong-hee Yoon πλημυρίζει τη κάθε της σκηνή αλλά και τη σκηνοθεσία του Chang-dong Lee να την εμπλουτίζει οπτικά ώστε να μας παρουσιάσει αυτό το εντυπωσιακό, έστω και με αρκετά όχι-τόσο-σημαντικά μειονεκτήματα, τελικό αποτέλεσμα.

7/10

 

3 Δεκεμβρίου 2010

Bronson review

image

Πολλοί ίσως ξαφνιαστήκατε αλλά και εντυπωσιαστήκατε όταν πριν λίγους μήνες, ανάμεσα στο all-star cast του Inception, ξεχώρισε ο σχετικά άγνωστος Tom Hardy στο ρόλο του Eames, τόσο πολύ ώστε να έχει ήδη υπογράψει και για ρόλο στο Dark Knight Rises. Πως όμως επιλέχτηκε ένας τέτοιος ηθοποιός, ανερχόμενος και με αρκετές και γνωστές ταινίες στο βιογραφικό του όπως Marie Antoinette, Layer Cake και Star Trek: Nemesis μεν, αλλά που όμως προφανώς πέρασε απαρατήρητος στους περισσότερούς μας. Η απάντηση βρίσκεται στο Bronson, την προτελευταία ταινία του Δανού Nicolas Winding Refn (πριν το κάκιστο Valhalla Rising) που έγινε σχετικά γνωστός στο Ευρωπαϊκό κοινό από τη βίαιη τριλογία Pusher.

image

Ο Charlie Bronson γεννήθηκε στην Ουαλία το 1952 με το όνομα Michael Gordon Peterson. Από μικρός το μόνο που του άρεζε ήταν η βία. Χωρίς  πολλές πολλές δικαιολογίες το μόνο που έκανε ήταν να μπλέκει σε καβγάδες. Μόλις στα 19 του μπήκε για πρώτη φορά στη φυλακή για ληστεία στο τοπικό ταχυδρομείο και εκεί ανακάλυψε ότι η φυλακή είναι το δικό του λούνα παρκ αφού εκεί έβρισκε άφθονες ευκαιρίες και θύματα για τη βίαιη μανία του. Η υπερβίαιη συμπεριφορά του και η ανικανότητα του συστήματος να τον ελέγξει τον έφερε σε διάφορα ψυχιατρικά και σωφρονιστικά ιδρύματα όπου φυσικά το μόνο που έκανε ήταν να βρίσκει ευκαιρίες να σαπίζει στο ξύλο συγκρατουμένους και φύλακες, να παίρνει ομήρους και να βανδαλίζει δημόσια περιουσία. Με μια μικρή “διακοπή” 69 ημερών που αφέθηκε ελεύθερος, ο Bronson έζησε και συνεχίζει να ζει όλη του τη ζωή στη φυλακή. Το ίσως απίστευτο στοιχείο του σεναρίου του Bronson είναι ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία (με αρκετές βέβαια “κινηματογραφικές” αλλαγές) με τον πραγματικό Charles Bronson να είναι ακόμα έγκλειστος στη φυλακή του Wakefield χωρίς να έχει κάποια ημερομηνία αποφυλακίσεως και να θεωρείται μέχρι σήμερα ο πιο βίαιος εγκληματίας της Βρετανίας.

image

Δεν υπάρχει τίποτα κοινότυπο στο Bronson. Ο σκηνοθέτης πήρε μια σχεδόν απίστευτη αληθινή ιστορία, της άλλαξε τα φώτα ώστε να ταιριάζει στις ιδιαιτερότητές του και μας παρέδωσε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό υπερβίαιο παραμύθι παρουσιασμένο με θεατρική αφήγηση και όμοια σκηνοθετικά τρικς, που όντως εντυπωσιάζουν σε μια κινηματογραφική ταινία, αλλά έχασε την ουσία. Το Bronson δεν είναι μια βιογραφία με την κλασσική έννοια του όρου, απλά μας παρουσιάζονται, μερικές από τις σημαντικότερες (κατά το σκηνοθέτη) στιγμές της ζωής του με τον ίδιο στο ρόλο του θεατρικού αφηγητή. Η χρήση αναρίθμητων οπτικών τρικς για να δώσει ένα έντονο στυλιζάρισμα στον οπτικό τομέα σίγουρα εμπλουτίζει το περιτύλιγμα αλλά όταν το περιεχόμενο είναι τόσο επαναλαμβανόμενο με την μόνη ιστορία που ουσιαστικά παρακολουθούμε να είναι τον Bronson να μεταφέρεται από φυλακή σε φυλακή και να ξυλοκοπεί φύλακες, δε μπορεί παρά να κουράσει ανελέητα το θεατή.

Όμως κακά τα ψέματα, ο λόγος που θα δεις και πραγματικά αξίζει να δεις το Bronson είναι η ερμηνεία του Tom Hardy. Αν δε σου πουν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που είδαμε στο Inception, δε μπορείς να το πιστέψεις, κάτι που είναι προφανές και από την αφίσα. Αυτός ο σικ νεαρός γίνεται ένα πραγματικό κτήνος, σωματικά και πνευματικά. Η ανεξέλεγκτη οργή του αποτυπώνεται σε κάθε του κίνηση, όπως και παντελής απουσία κοινωνικότητας. Έστω και σε όχι ιδιαίτερα καλοχορογραφημένες σκηνές ξύλου (η κλασσική μπουνιά που φεύγει 5-10 εκατοστά μακριά το πρόσωπο του φύλακα και ο τελευταίος εκτοξεύεται στον απέναντι τοίχο, είναι συχνό φαινόμενο), η μανία, η τρέλα, η ευχαρίστηση που έχει όταν σαπίζει κάποιον στο ξύλο είναι μνημειώδης. Υπάρχουν όμως με μερικές λίγες σκηνές που μάλλον έπρεπε να ξαναγυριστούν γιατί περιέργως η ερμηνεία περνάει τα όρια του θεατρινισμού και φτάνουν το καραγκιοζιλίκι, κάτι που φυσικά δεν είναι καθόλου δύσκολο αφού ο χαρακτήρας είναι ένας πραγματικός κλόουν του συστήματος που με τις πράξεις του διασκεδάζει τους θεατές.

image

Το Bronson σαν σύνολο δεν έχει να προσφέρει σχεδόν τίποτα στο θεατή εκτός από κάποιες πληροφορίες για τον κρατούμενο Charles Bronson, αρκετές εκ των οποίων είναι και παραποιημένες. Έχει σίγουρα τις πολύ έντονες σκηνές της με απίστευτα ειρωνικό χιούμορ και στυλιζαρισμένη βία αλλά αυτές είναι πραγματικά λίγες αφού δεν υπάρχει το υλικό για τις ενώσει. Το μόνο που σου μένει στο τέλος είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Hardy, μερικοί σκηνοθετικοί “θεατρινισμοί” όπως ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα και ο κλόουν που δίνουν μια άλλη ποιότητα στη γενική αισθητική και η κούραση, η πολύ μεγάλη κούραση που νοιώθεις μετά από μία μόλις 90 λεπτών ταινία αφού νομίζεις ότι κράτησε πάνω από 2 ώρες.

5/10

 

2 Δεκεμβρίου 2010

Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 1 [Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου, Μέρος 1ο] review

image

Δεν είμαι ειδικός για να προσδιορίσω τη λέξη φαν αλλά ενώ καμιά ταινία της σειράς μετά τη Φιλοσοφική Λίθο δε με ενθουσίασε, κάθε νέα έξοδος αποτελεί από τα σημαντικότερα σημεία στο κινηματογραφικό μου καλεντάρι. Βέβαια, όσο πέρασαν τα χρόνια και οι ταινίες, ο ενθουσιασμός όλο και μειώθηκε με αποκορύφωμα το τελευταίο Deathly Hallows που λόγω του κάκιστου Half-Blood Prince αλλά και και τον προφανώς κερδοσκοπικό διαχωρισμό της σε δύο μέρη, με έκαναν να το περιμένω με μεγάλη διστακτικότητα.

image

Με τον Dumbledore νεκρό, ο Voldemort και οι άνθρωποί του έχουν καταλάβει πλήρως το Υπουργείο της Μαγείας αλλά και το Hogwarts με τον Potter και τους φίλους του να έχουν απομείνει οι μοναδικοί και τελευταίοι αντίπαλοι για την απόλυτη κυριαρχία του He-Who-Must-Not-Be-Named. Ο Potter είναι πια καταζητούμενος όπως και όλοι οι mudbloods που συλλαμβάνονται ως ψευτόμαγοι και κλέφτες. Ο μόνος τρόπος για να νικηθεί ο Voldemort είναι να βρεθούν τα πέντε κομμάτια του Horcruxes και οι τρεις φίλοι Harry, Ron και Hermione ξεκινάν μια πορεία ακολουθώντας στοιχεία προσπαθώντας να τα βρει και να τα καταστρέψει. Ταυτόχρονα όμως και ο διαβολικός μάγος, ψάχνει το υπέρτατο μαγικό ραβδί, που άνηκε σε έναν από τους Κλήρους του Θανάτου, το μοναδικό με το οποίο θα μπορέσει να νικήσει τον Potter .

Ο μεγαλύτερος φόβος μου ήταν αυτός ο πολυσυζητημένος διαχωρισμός του τελευταίου βιβλίου σε δύο ταινίες. Χωρίς να τα έχω διαβάσει, δε μπορούσαν να με πείσουν ότι υπήρχε πραγματικός λόγος για να γίνει αυτό εκτός από τον προφανή κερδοσκοπικό. Μπορεί να επιμένουν ότι υπήρχαν πάρα πολλά γεγονότα που δε μπορούσαν να αφαιρέσουν αλλά το αποτέλεσμα τους διαψεύδει.

image

Κατ’αρχάς, ξεχάστε τη μικροκοινωνία του Hogwarts και μαζί της αυτή την “αθώα” μαγική ατμόσφαιρά που έστω και αν είχε ξεθυμάνει, θύμιζε κάτι από παραμύθι. Το Deathly Hallows είναι μια περιπέτεια φαντασίας με πολύ έντονα τα χαρακτηριστικά μιας road movie. Μετά την εισαγωγή, που είναι το μόνο μέρος που ουσιαστικά θυμίζει κάτι από κλασσικά Potter, και την φυγάδευση του Harry από το σπίτι των θείων του στο Little Whinging σε κάποιο ασφαλές μέρος, το πρωταγωνιστικό τρίο παίρνουν όλη τη ταινία πάνω τους και τους βλέπουμε να “τηλεμεταφέρονται” από περιοχή σε περιοχή ψάχνοντας πληροφορίες για τα κομμάτια του Horcruxes και τρόπους να τα καταστρέψουν αλλά και ταυτόχρονα να κρυφτούν από τους Deatheaters που τους κυνηγάνε. Μπορεί σε αυτά τα ταξίδια οι τρεις φίλοι να μαλώνουν, να τα ξαναβρίσκουν, να πηγαίνουν σε μέρη που μαθαίνουν πληροφορίες για το παρελθόν τους αλλά κανείς δε μπορεί να με πείσει ότι ολόκληρη η ταινία δε μπορούσε με μερικές “κινηματογραφικές” αλλαγές να αποτελούσε μέρος μιας και μοναδικής ταινίας.

image

Πρέπει να παραδεχτώ όμως ότι η σκηνοθετική προσπάθεια του Yates να μην γίνει η ταινία κουραστική είναι ιδιαιτέρως ενθουσιώδης με σωστά τοποθετημένες μικρές σκηνές δράσης και αυξομειούμενης έντασης ώστε να κρατάει ψηλά το ενδιαφέρον. Άλλοτε τρομακτικές, άλλοτε πλημυρισμένες με μαγικά και άλλοτε απλά μυστηριώδεις, οι σκηνές δράσεις είναι σωστά μοιρασμένες σε όλη τη διάρκεια αλλά ακόμα και έτσι δε μπορεί να μας πείσει ότι όλα αυτά που βλέπουμε προσφέρουν κάτι παραπάνω στην ιστορία.

image

Τελικά η απόφασή της Warner αποδεικνύεται ασυγχώρητη. Το Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 1 δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια κακή ταινία αλλά το μόνο που σου μένει στο τέλος είναι ότι είναι μια ανούσια ταινία και το ακόμα χειρότερο είναι ότι αν το Part 2 δεν ήταν το τελευταίο μέρος του μεγάλου franchise, ίσως απλά να το προσπερνούσατε μιας και δε προκαλεί καμιά αγωνία για τη συνέχεια. Σίγουρα, όσοι έχετε δει όλες τις προηγούμενες ταινίες, αξίζει να δείτε και το Deathly Hallows αλλά δεν είναι το Two Towers που ίσως ελπίζατε, είναι μια μεγάααααλη εισαγωγή, τόσο μεγάλη που δε ξέρουμε αν θέλουμε να δούμε και το υπόλοιπο. Διασκεδαστικό μεν, αλλά σου αφήνει έντονη την αίσθηση ότι σε έπιασαν κορόιδο

6,5/10

 

Related Posts with Thumbnails