20 Σεπτεμβρίου 2010

Clash of the Titans [Η Τιτανομαχία] review

image

Αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία, δύο θέματα που πονάνε αφού πριν περίπου μια δεκαετία απορούσαμε γιατί δεν έχει βγει κάποια ταινία βασισμένη στις αμέτρητες ιστορίες των και σήμερα μετά τα Troy, Alexander, Percy Jackson και άλλα τόσα λιγότερο γνωστά, παρακαλάμε να μην είχαν γίνει ποτέ.

Σε παραγωγή του Ray Harryhausen, το πρώτο Clash of the Titans του 1981 ήταν μια ταινία αρκετά εντυπωσιακή για την εποχή της και με σχετικά καλές κριτικές για το είδος της έχοντας μεγάλα ονόματα όπως τους Laurence Olivier, Ursula Andress και Burgess Meredith στο cast της. Σήμερα ο Kevin De La Noy, παραγωγός πρόσφατων επιτυχιών όπως The Dark Knight και Public Enemies ανέλαβε να μας ξαναπαρουσιάσει την ιστορία του Περσέα ή πιο σωστά να μας κάνει επίδειξη ειδικών εφέ μπασταρδεύοντας την ιστορία του Περσέα.

image

Μπερδεύοντας την ελληνική, την αραβική με τη σκανδιναβική μυθολογία, οι σεναριογράφοι μας παρουσιάζουν με σχετική συνέπεια την ιστορία του ημίθεου Περσέα, γιου του Δία και της Δανάης να σώζεται ως βρέφος από έναν ψαρά με την οικογένεια του οποίου και μεγαλώνει, μέχρι που όλη η οικογένεια σκοτώνεται από τον Θεό Άδη. Ο ίδιος καταλήγει στο Άργος το οποίο απειλείται από τον Άδη ότι θα καταστραφεί από το τρομερό τέρας Kraken (!!) αν δε θυσιάσουν τη πριγκίπισσα Ανδρομέδα. Έτσι ο Περσέας φεύγει μαζί με τους καλύτερους πολεμιστές του Άργους για να βρουν τρόπο να σταματήσουν το Kraken και να σκοτώσει τον Άδη. Πιάσ' τ' αυγό και κούρευτο…

Τεράστιοι σκορπιοί, παραφυσικά Djinn (τζίνι), τεράστια τέρατα που μοιάζουν με μια μίξη του τέρατος του Cloverfield με τα Kraken (μυθικά θαλάσσια τέρατα) της Σκανδιναβικής μυθολογίας, η Μέδουσα και διάφορα άλλα τέτοια όμορφα θα παρακολουθήσετε στο μπαστάρδεμα της ιστορίας του Περσέα. Ουσιαστικά χωρίς αιτία, ο Περσέας και η παρέα του πηγαίνει από μάχη σε μάχη απλά για να παρουσιαστεί ακόμα ένα υπερφυσικό “μυθολογικό” τέρας.

image

Πριν 30 χρόνια, μια τέτοια αφέλεια ίσως ήταν ανεκτή αλλά σήμερα είναι κωμικοτραγικό, τουλάχιστον για τους θεατές που ξέρουν τα απολύτως βασικά για τη μυθολογία. Αλλά έστω και έτσι, αυτό δε θα ήταν τόσο μεγάλο παράπτωμα αν η ταινία ήταν αρκούντος διασκεδαστική και με καταιγιστική δράση. Αντίθετα, η πρώτη της ώρα είναι κουραστική με ερασιτεχνικά σκηνοθετημένες σκηνές δράσης κάνοντας τα μειονεκτήματα των όχι και τόσο τέλειων όσο διαφημίζονται, οπτικών εφέ που μας θυμίζουν έντονα τους πρόσφατους Transformers παρά μυθολογικά τέρατα, ακόμα πιο έντονα. Ευτυχώς για την υπομονή μας, μετά την πρώτη ώρα οι σκηνές δράσης, αν και υπερβολικά προβλέψιμες και χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, είναι έντονες και διασκεδαστικές.

image

Χωρίς το all-star cast των Liam Neeson, Ralph Fiennes, Jason Flemyng, Mads Mikkelsen, Liam Cunningham, Pete Postlethwaite, Alexander Siddig, Ashraf Barhom, τους νέους και ανερχόμενους Luke Evans, Nicholas Hoult, Hans Matheson, τις υπερβολικά όμορφες Gemma Arterton και Alexa Davalos και τον νέο μεγάλο blockbuster star Sam Worthington, το Clash of the Titans πιθανότατα δε θα ήταν καν ανεκτό. Όλο το budget καταξοδεύτηκε στα εφέ, κάνοντας ολόκληρη τη ταινία να μοιάζει φτηνή χωρίς ίχνος επικότητας, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα οριακά ικανό να μας κρατήσει στα 100 λεπτά της.

4,5/10

 

18 Σεπτεμβρίου 2010

Cherrybomb review

image

Η σειρά Harry Potter σε λίγο κλείνει δεκαετία και μαζί κλείνει και το κύκλο της με το τελευταίο της μέρος Deathly Hallows, και οι τρεις νεαροί πρωταγωνιστές του είναι στο σημείο που πρέπει να αποδείξουν ότι είναι κάτι παραπάνω από τον Harry, την Hermione και τον Ron. Περιέργως, αυτός που έχει μέχρι στιγμής τις περισσότερες ευκαιρίες είναι ο Rupert Grint με τρεις ταινίες ήδη στο ενεργητικό του και αρκετά καλές κριτικές. Μία από αυτές είναι το Ιρλανδικό Cherrybomb των μικρομηκάδων Glenn Leyburn και Lisa Barros D'Sa.

image

Στο Μπελφαστ της Β. Ιρλανδίας ζουν ο Malachy και ο Luke, δυο 16χρονοι φίλοι με τόσο διαφορετικές εντός-σπιτιού ζωές αλλά και άλλο τόσο κολλητοί εκτός αυτού. Ο Malachy είναι το καμάρι μια κλασσικής μικρομεσαίας οικογένειας με άριστους βαθμούς και καλοκαιρινή δουλειά στο γυμναστήριο της περιοχής για να βγάζει το χαρτζιλίκι. Ο Luke είναι σχεδόν καταδικασμένος ρεμάλι, με junkie πατέρα σε μόνιμη αφασία, παραπεταμένος σε ένα σπίτι από τον μεγαλύτερο και πετυχημένο αδερφό να προσέχει τον εαυτό του και τον πατέρα του. Μέχρι που κάνει την εμφάνισή της η femme fatale-lolita Michelle, κόρη του αφεντικού του Malachy και παίρνει τα μυαλά και των δύο αγοριών κάνοντάς τους να μπουν σε έναν εξαντλητικό αγώνα κατάκτησής της ενώ η ίδια “τους παίζει σαν κομπολόι” καμαρώνοντας του καυγάδες, τις παρανομίες και την κάθε άλλη προσπάθεια των αγοριών για να την κατακτήσουν. Μέχρι που τα πράγματα αρχίζουν να ξεφεύγουν από το όριο με τραγικές συνέπειες…

image

Το παραπάνω plot είναι περίπου αυτό με το οποίο πλασάρεται η ταινία και ως αρκετά ενδιαφέρον παρασύρθηκα να τη δω. Όμως αυτή είναι μόνο η μισή ιστορία γιατί το όλο background της κατεστραμμένης οικογένειας του Luke, της υπερφυσιολογικής οικογένειας του Malachy αλλά και της σχέσης της Michelle με τον πατέρα της καταλαμβάνουν περίπου τη μισή ταινία. Και το χειρότερο είναι ότι το δίδυμο των σκηνοθετών δε τα καταφέρνει σε κανένα από τα δύο τμήματα της ιστορίας. Παρά την ενδιαφέρουσα ιστορία, η σκηνοθετική απεικόνιση είναι σχεδόν ερασιτεχνική, λάμπει δια της απουσίας της η απαραίτητη ένταση που απαιτεί ένα τέτοιο σενάριο με μόνο μερικές μικρές εκλάμψεις που όμως τις περισσότερες φορές θάβονται από την τηλεοπτική σκηνοθεσία.

Για αυτούς που ενδιαφέρονται να μάθουν για την ερμηνεία του Grint, παρόλο που δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, ξεχωρίζει θετικά σε σύγκρισή με τον συμπρωταγωνιστή Robert Sheehan. Αρκετά καλύτερη η γυναικεία παρουσία της παρέας Kimberley Nixon και φυσικά ο βετεράνος James Nesbitt που ξεχωρίζει για τη ποιότητά του σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα.

image

Το Cherrybomb, εκτός μερικών καλοφωτογραφημένων σκηνών, μερικών ωραίων μουσικών κομματιών και της ερμηνείας του Nesbitt δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτα και κυρίως τίποτα που δεν έχουμε ξαναδεί με πολύ καλύτερο τρόπο. Προσπεράστε εκτός και αν καίγεστε να δείτε τον Grint σε κάποιο άλλο ρόλο…

4,5/10

 

16 Σεπτεμβρίου 2010

The Runaways review

imageimage

Οι Runaways δημιουργήθηκαν το 1975 από την ντράμερ Sandy West και την κιθαρίστρια Joan Marie Larkin ή όπως έγινε γνωστή Joan Jett. Αν πω ότι τις είχα έστω ακουστά πριν δω την ομώνυμη ταινία, θα πω ψέματα, έστω και αν η Joan Jett είναι από τα ιστορικά ονόματα της ροκ σκηνής. Με δεδομένη την πλήρη άγνοιά μου, το The Runaways με εξίταρε να ακούσω κάποια από τα τραγούδια τους αλλά φτάνει μόνο αυτό;

image

Οι προαναφερόμενες, έφηβες στην ηλικία μουσικοί, μαζί με τον ημίτρελο αλλά πανούργο manager Kim Fowley, έκαναν την αρχή ανακαλύπτοντας στην 15χρονη Cherie Currie, την lead singer του συγκροτήματος ώστε να ταράξουν τα νερά της ροκ με το πιο άγριο all-girl rock band. Η σταδιακή εναρμόνιση-εκπαίδευση της Cherie αφού δεν ήταν καν τραγουδίστρια, η συγγραφή των τραγουδιών, τα πρώτα live σε prive παρτύ και λούνα παρκ, έφεραν την μεγάλη επιτυχία των τουρνέ σε όλο τη κόσμο, την αναγνωσιμότητα αλλά και τις κόντρες.

Ο δρόμος προς την επιτυχία παρουσιάζεται σχεδόν στρωμένη με ροδοπέταλα, κάτι που προφανώς δεν ίσχυε, με σκοπό η σκηνοθέτης να εστιάσει στις σχέσεις μεταξύ των μελών του γκρουπ αλλά και να imageαποτυπώσει πιστά την εποχή. Έχοντας ουσιαστικά τρία καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη, το μοναδικό που είναι απολύτως επιτυχημένο είναι η αναπαράσταση της ροκ σκηνής της εποχής νοιώθοντας πραγματικά ότι βλέπεις τις αληθινές Runaways και μεγάλο ρόλο σε αυτή την επιτυχία έχουν οι εξαιρετικές ερμηνείες της Dakota Fanning και κυρίως των oscar-worthy Kristen Stewart και Michael Shannon στο ρόλο των Cherie Currie, Joan Jett και Kim Fowley αντίστοιχα.

Δυστυχώς τα υπόλοιπα “καρπούζια” πέφτουν από τα χέρια της Ιταλίδας σκηνοθέτιδας Floria Sigismondi, έστω και χωρίς να σπάσουν αφού και η καλλιτεχνική πορεία του συγκροτήματος και οι σχέσεις μεταξύ των μελών του, παρουσιάζονται με πολύ μικρή και επιφανειακή απλή καταγραφή γεγονότων χωρίς να δίνει ευκαιρία στο θεατή να συμπάσχει.

Το The Runaways σου προκαλεί σίγουρα τη περιέργεια να ενδιαφερθείς να μάθεις κάτι παραπάνω για την ιστορία αλλά και το μέλλον του συγκροτήματος και των μελών του ενώ ταυτόχρονα έχεις στο youtube να παίζουν τα Cherry Bomb, Crimson And Clover και I Love Rock N' Roll, αλλά μέχρι εκεί. Η ιστορία τους δεν έχει κάτι το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον εκτός του ιστορικού δεδομένου του girl-rock-band και των εκπληκτικών ερμηνειών της Kristen Stewart (ξεχάστε τις χαζομαρούλες των Twilight) και Michael Shannon.

6/10

 

12 Σεπτεμβρίου 2010

New Moon (The Twilight Saga: New Moon) [Νέα Σελήνη] review

image

Αρκετούς μήνες μετά τη κυκλοφορία της, και αφού έχει κοπάσει ο θόρυβος, βρήκα την ευκαιρία και κυρίως την υπομονή να δω το δεύτερο κεφάλαιο της Twilight Saga (πανάθεμά την, θέλει να είναι και saga. Ένα το Star Wars, ένα το Star Trek και ένα το Twilight!).Έχοντας μέτριες έως απογοητευτικές θύμησες από το πρώτο μέρος, και έχοντας ακούσει τα χειρότερο για τη συνέχειά του, δε περίμενα απολύτως τίποτα από το New Moon. Μόνη, έστω και μικρή ελπίδα, ο σκηνοθέτης Chris Weitz που μπορεί να κατέστρεψε το franchise του His Dark Materials με το μετριότατο Golden Compass αλλά λίγα χρόνια πριν, μας είχε δώσει (μαζί με τον αδερφό του) το διαμαντάκι About a Boy.

image

Το Twilight εκτός από απογοητευτική ιστορία και ύφος (αφού τότε περιμέναμε ένα vampire movie και μας βγήκε teen love story), δεν είχε να επιδείξει τίποτα παραπάνω από ένα πολυπληθές cast που τότε δεν ήξεραν παρά μόνο οι αναγνώστριες της Σούπερ Κατερίνας, ενώ σήμερα έχουν δείξει (αλλά όχι και αποδείξει) την αξία τους με ταινίες όπως το Remember Me και το Up in the Air. Με αυτή τη πιο εύκολη αναγνωρισιμότητα, έγινε και πιο εύκολη η παρακολούθηση της ιστορίας, μιας και από το πρώτο λεπτό οι πρωταγωνιστές αραδιάζουν ονόματα τα οποία δεν υπάρχει περίπτωση να θυμόμουν σε ποιον ανήκουν αλλά αυτή τη φορά εύκολα γνωρίζεις την Anna Kendrick ώστε να την ταυτίσεις με το όνομα. Όλη αυτή η εισαγωγή γιατί πραγματικά τα ονόματα είναι πάααρα πολλά και τα αραδιάζουν με το κιλό έστω και αν στη τελική δεν έχουν κανένα ρόλο στη κεντρική ιστορία. Και αφού φτάσαμε και στη κεντρική ιστορία, αυτή απλά δεν υπάρχει. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη ιστορία που υπάρχει στο τελευταίο τέταρτο των μισών μελοδραματικών ελληνικών ταινιών, με τη διαφορά ότι ο πλούσιος βιομήχανος έχει αντικατασταθεί με βρικόλακα. Το ζευγαράκι δε ταιριάζει λόγω φύσης, ο Edward (πολύ μ’αρέσει να τον λέω Eddie!) την στέλνει και εξαφανίζεται, για κάνα μισάωρο η Bella το μοιρολογάει, για την ολόκληρη επόμενη ώρα βρίσκει παρηγοριά στους κοιλιακούς του λυκάνθρωπου πιτσιρικά και στο τέλος πάει ταξιδάκι στην Ιταλία για να ξαναβρεί τον Eddie.

image

Η πλοκή πραγματικά δε μπορούσε να είναι μικρότερη, ειδικά για μία ταινία που διαρκεί 130 λεπτά. Κάπου εδώ μπαίνουν δύο στοιχεία, που καταφέρνουν και κάνουν τη Νέα Σελήνη πραγματικά υποφερτή. Το πρώτο είναι η απουσία του Pattinson από τη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας με αποτέλεσμα την απουσία πλήθους σαλιαρισμάτων με την Stewart αλλά και την ευτυχία να μη βλέπουμε το πασαλειμμένο με makeup πρόσωπο στον πιο κακογραμμένο ρόλο της σειράς. Το δεύτερο θετικό πρέπει να πάει στο σκηνοθέτη ο οποίος κατάφερε με διάφορα βιντεοκλιπίστικα τρικς, να κάνει τη ταινία λιγότερο βαρετή απ’ όσο πραγματικά είναι. Η ατμόσφαιρά της είναι ιδιαίτερη επιβλητική, πολύ καλύτερη από τη ξενέρωτη του πρώτου μέρους και είναι φανερό ότι καθοδηγεί τους ηθοποιούς του πολύ καλύτερα χωρίς απλά να τους έχει να κάθονται σαν κούτσουρα στην άκρη του πλάνου, ενώ ταυτόχρονα κρύβει την έντονη απουσία ταλέντου αρκετών από αυτούς και κυρίως του Taylor “six-pack” Lautner.

image

Δύο είναι τα δεδομένα, τα Twilight δεν απευθύνεται σε μένα και λίγο ενδιαφέρει τους δημιουργούς η άποψη μου αφού άλλες ηλικίες και κυρίως άλλου φύλου πληρώνουν τα χιλιάδες εισιτήρια για να καμαρώσουν και να καψώσουν με τα teen sex symbols. Δεύτερο δεδομένο, οι μικρές, αν όχι μηδαμινές προσδοκίες μου. Συνδυάζοντας τα δύο παραπάνω, το New Moon δεν απογοήτευσε, αφού τα 130 λεπτά του πέρασαν, με μικρές εξαιρέσεις και ένα μικρό διάλλειμα, σχετικά εύκολα και οι μικρές εκπλήξεις όπως η πολύ καλή σκηνοθεσία με τα προαναφερόμενα τρικς και την ατμόσφαιρα ήταν σίγουρα θετικά στοιχεία που με κράτησαν μακριά από αιχμηρά αντικείμενα καθόλη τη διάρκειά της.

4/10

 

11 Σεπτεμβρίου 2010

Salt review

image

Πριν αρκετά χρόνια, η Angelina Jolie είχε την άτυπη ταμπέλα της action-heroine με ταινίες όπως Tomb Raider και Gone in 60 Seconds, αποτυχίες κατά γενική ομολογία, και πιθανότατα για αυτό το λόγο τα επόμενα χρόνια βάλθηκε να μας πείσει, ή μάλλον να μας ξαναπείσει για τις υποκριτικές της ικανότητες με απανωτές “σοβαρές” ταινίες όπως τα A Mighty Heart, Alexander, The Good Shepherd με αποκορύφωμα το Changeling που της έφερε άλλη μία υποψηφιότητα για χρυσό αγαλματάκι μετά από 9 χρόνια. Έχοντας ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των δύσκολων κριτικών τα τελευταία χρόνια, το ξαναέριξε στις περιπέτειες, ξεκινώντας με το εντυπωσιακότατο Wanted και συνεχίζοντας με μια επανένωση με τον σκηνοθέτη του Bone Collector, Phillip Noyce σε μια ταινία στην οποία ο ρόλος της πολυχαρακτηρίστηκε ως θηλυκός James Bond. Δεν ήθελα να το πιστέψω, θεωρώντας ότι ήταν διαφημιστικό τρικ, αλλά τελικά μάλλον θα έπρεπε…

image

Η Evelyn Salt είναι πράκτορας της CIA, μέχρι που μια ωραία πρωία ένας αυτομολημένος Ρώσος πράκτορας ονόματι Orlov βρίσκεται στη πόρτα της υπηρεσίας λέγοντας ότι έχει να δώσει πληροφορίες. Ο Orlov λέει στη Salt ότι υπάρχει ένας Ρώσος διπλός πράκτορας στην Αμερική ο οποίος σκοπεύει να σκοτώσει το Ρώσο πρόεδρο που θα επισκεφτεί τη χώρα την επόμενη μέρα. Ο πράκτορας ονομάζεται Evelyn Salt. Η Salt τίθεται υπό περιορισμό μέχρι να αποφασίσουν αν μπορούν να εμπιστευτούν την επί χρόνια συνάδελφό τους και αν είναι δυνατόν να είναι διπλή πράκτορας. Η Salt ξεφεύγει και ένα ανελέητο κυνηγητό ξεκινάει…Τελικά, Who is Salt?

image[10]

Τα εισαγωγικά 25-30 λεπτά της ταινίας είναι πραγματικά βασανιστικά. Ιστορίες συνομωσίας, διπλοί πράκτορες, δολοφονίες και ότι άλλη μπουρδολογία μπορείτε να θυμηθείτε να είχαν τα αξιολύπητα James Bond των 80’s. Κάκιστες και κουραστικές ερμηνείες που προσπαθούν να δώσουν ζωή στις νεο-ψυχροπολεμικές φοβίες που ξέμειναν στους αμερικάνους μετά από τόσα χρόνια αλλά πραγματικά στον υπόλοιπο πλανήτη φαντάζουν όσο ρεαλιστικό είναι να κερδίσει ο Πανσερραικός το Champions League. Η κατάντια συνεχίζεται με μια πρώτη ερασιτεχνικά γυρισμένη σκηνή δράσης, της απόδρασης της Salt από το κλειδωμένο κρατητήριο γεμάτο φρουρούς και παίζοντάς το MacGyver, φτιάχνει ένα μίνι-μπαζούκα από έναν πυροσβεστήρα και ένα τραπέζι…έλεος! Και κάπου εκεί που έχει απογοητευτεί πλήρως, η δράση αρχίζει να παίρνει τα πάνω της, η σκηνές γίνονται όλο και πιο εντυπωσιακές, αν και φυσικά η Salt παραμένει bulletproof πηδώντας από γέφυρες, γαντζώνεται σε κτήρια και λοιπές “ομορφιές”. Όμως με τη φαιά μας ουσία σε πλήρη αποσύνθεση μετά το πρώτο μισάωρο, η ασταμάτητη δράση είναι πραγματικά διασκεδαστική. Με σκηνές δανεισμένες (κλεμμένες?) από τις Επικίνδυνες Αποστολές και τους Jason Bourne και φυσικά James Bond, η Salt εντυπωσιάζει το μάτι του θεατή και η επόμενη ώρα περνάει νεράκι. Φυσικά το σενάριο για να σώσει τα καμένα, τα κάνει ακόμα χειρότερα με διπλούς-τριπλούς-τετραπλούς πράκτορες και ένα από τα πιο ασυναισθηματικά love-story/δικαιολογίες ever.

image

Τα άθλια Bond της δεκαετίας του ‘80, μπορεί να θεωρούνται σχεδόν cult, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οποιοσδήποτε θα πρέπει να τα αντιγράφει και μάλιστα σε ένα big budget blockbuster. Παρόλαυτά με καμένα αρκετά εγκεφαλικά κύτταρα, το Salt είναι μια ιδιαιτέρως διασκεδαστική ταινία που όμως θα πρέπει να ντρέπεται για το σενάριό της. Αν αυτό δε σας πειράζει, και δε βαρεθήκατε να βλέπετε τους Αμερικάνους να μανουριάζουν για το ψυχρό πόλεμο, απολαύστε το άφοβα.

5,5/10

 

Related Posts with Thumbnails