8 Σεπτεμβρίου 2010

Operation: Endgame review

Operation: Endgame

Όταν αντιμετωπίσεις ένα “σοβαρό” θέμα με κωμικό-ασόβαρο τρόπο, μπορείς να έχεις μια διασκεδαστικότατη κωμική περιπέτεια όπως τα Lethal Weapon ή το Smokin' Aces αλλά αν το μόνο που έχεις στα χέρια σου είναι η διάθεση, έναν πρωτάρη σκηνοθέτη και ένα τραγικό σενάριο, όσους stars και να βάλεις στο cast σου, το αποτέλεσμα δύσκολα μπορεί να είναι καλύτερο από τη ταινία του Fouad Mikati, Operation: Endgame, μέχρι προσφάτως τιτλοφορημένη Rogue's Gallery.

H Factory είναι μια υπερμυστική κυβερνητική οργάνωση που είναι υπεύθυνη για το καθετί που συμβαίνει στο κόσμο. Χωρισμένοι σε δύο ομάδες, την Alpha και την Omega, με τους Alpha να κρατάν τις…ανισορροπίες, να κανονίζουν νέους πολέμους κτλ, και του Omega να φροντίζουν να διατηρούνται τα όρια. Τα μέλη της έχουν κωδικά ονόματα από χαρτιά ταρώ όπως το Άρμα, η Κρίση, ο Ερημίτης με αρχηγό τον Διάβολο. Τη πρώτη μέρα του νέου μέλους, του Τρελού και ενώ ακόμα ξεναγείτε στο υπόγειο καταφύγιο, ο Διάβολος δολοφονείται και η επιχείρηση Endgame ξεκινάει, δηλαδή η πλήρης καταστροφή του καταφυγίου με όσους και ότι έχει μέσα. Οι ομάδες χωρίζονται σε δυάδες, ένας Alpha-ένας Omega και προσπαθούν να βρουν τρόπο να σταματήσουν την έκρηξη ή να βρουν διέξοδο. Και ξαφνικά αρχίζουν να αλληλοσκοτώνονται…

image

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν είναι τίποτα παραπάνω από απανωτά σκετσάκια ζευγάρι-ζευγάρι να σκοτώνεται στο ξύλο με τον έναν να καταλήγει νεκρός κοκ. Και επιμένω στη λέξη σκετσάκια γιατί αυτή είναι η ποιότητά τους, παρά το splatter που προσπαθούν να βγάλουν, οι σκηνές είναι ερασιτεχνικές χωρίς ίχνος fight choreography κάτι που θα περιμέναμε γιατί ουσιαστικά μιλάμε για σούπερ-πράκτορες (χαρακτηριστικό ότι όλη η ταινία γυρίστηκε σε μόλις 20 μέρες με τις fight scenes να μη χρειάζονται πάνω από 3 ώρες!). Και μιας και περάσαμε στο θέμα των πρακτόρων, μοιάζουν περισσότερο με θίασο stand-up comedy παρά με πράκτορες με το μόνο που κάνουν όλη την ώρα είναι να βρίζουν ο ένας τον άλλον με κωμικοτραγικές ύβρεις που υποτίθεται ότι είναι αστείες αλλά είναι πραγματικά για κλάματα, στα ίδια επίπεδα δηλαδή με το υπόλοιπο σενάριο της ταινίας που δε βγάζει σχεδόν κανένα νόημα.

Τελικά όλα είναι τόσο χάλια; Σχεδόν, μιας και ο μόνος λόγος που με κράτησε, έστω και δύσκολα, να δω το Operation: Endgame μέχρι το τέλος είναι τα ευτυχώς μόλις 87 λεπτά διάρκεια, και κυρίως το cast με τα πουλέν μου Joe Anderson και Odette Yustman στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και μαζί τους οι Ellen Barkin, Maggie Q, Ving Rhames, Emilie de Ravin, Brandon T. Jackson, Adam Scott, Beth Grant αλλά και οι εξαιρετικοί κωμικοί Rob Corddry, Jeffrey Tambor και Zach Galifianakis. Δεν είναι και λίγοι, και παρά το δικαιολογημένο μικρό screentime του καθενός, στο σύνολο είναι αρκετοί για να αντέξεις, μπας και μάθεις τι στο διάολο θα γίνει στο τέλος.

4/10

 

6 Σεπτεμβρίου 2010

It's Not Me, I Swear! (C'est pas moi, Je le jure!) review

image

Μια από τις ταινίες που ξεχώρισε στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου κερδίζοντας τη Κρυστάλλινη Άρκτο καλύτερης ταινίας ήταν το Καναδέζικο It's Not Me, I Swear!. Είναι όμως ακόμα μια ιστορία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας ή τελικά έχει να δείξει κάτι παραπάνω.

Ο 10χρονος Léon Doré ζει με τον μεγαλύτερο αδερφό του και τους γονείς του στο Μόντρεαλ του Καναδά κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Ο πολυάσχολος πατέρας, η στριμωγμένη από τη ρουτίνα και τις υποχρεώσεις μητέρα, οι συνεχείς καυγάδες δεν είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να μεγαλώσει ο Léon και ο τρόπος που βρίσκει να αντιδράσει είναι ισοπεδωτικός, κλέβει, πετάει αυγά στους γείτονες, ψεύδεται ασύστολα, καταστρέφει με μανία αλλά και προσπαθεί να αυτοκτονήσει. Εκείνη την εποχή όμως, δεν υπήρχε ο ψυχολόγος για να στραφούν οι γονείς, και έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να στρουθοκαμηλίζουν για να μη τους σχολιάσει η γειτονιά και ο κοινωνικός κύκλος του vip πατέρα. Μέχρι που το καλοκαίρι, η μητέρα τα μαζεύει και φεύγει για Ελλάδα και αφήνει τα δύο παιδιά με τον πατέρα. Οι αντιδράσεις του Léon χειροτερεύουν ενώ ταυτόχρονα βρίσκει και ένα φίλο, ή μάλλον το πρώτο έρωτα στο πρόσωπο της Léa, ενός κοριτσιού με τα δικά του οικογενειακά προβλήματα και με τη βοήθειά της ξεκινούν να βρουν τρόπο για να πάνε στην Ελλάδα ώστε να βρει τη μητέρα του.

image

Το σενάριο του Philippe Falardeau είναι βασισμένο σε βιβλίο του Bruno Hébert, πρέπει να τονιστεί ότι είναι γαλλόφωνο και μας παρουσιάζει τα ένα καταρρακωμένο παιδί που δε ξέρει πως να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που τον περιτριγυρίζουν και αντιδράει με κάθε δυνατό τρόπο. Το πρώτο τρίτο της ταινίας μας ξεδιπλώνει τις αμέτρητες “κακίες και σκανδαλιές” του Léon σε σημείο να μας γίνει αντιπαθής και στη συνέχεια σιγά σιγά και με μαεστρικότητα μας εξιστορεί και μα δικαιολογεί τη κατάσταση στην οποία βρίσκεται με ρεαλιστικά σκληρό τρόπο. Ο τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης του Léon και της Léa είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας με τη ψυχολογία του θεατή να αλλάζει σταδιακά μαζί με αυτή του πρωταγωνιστή. Το πρόβλημα όμως σε όλο αυτό το εγχείρημα είναι ότι ο σκηνοθέτης μπερδεύει το ρεαλισμό με στοιχεία σουρεαλισμού και μειώνει αισθητά τη σοβαρότητα του θέματος που παρουσιάζει αλλά και το όλο ύφος της ταινίας προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι καταστρέψει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανεπτυγμένη ιστορία.

Ικανοποιητική σκηνοθεσία, αν και όχι Ευρωπαικού επιπέδου όπως θα περιμέναμε από μια γαλλόφωνη ταινία, πολύ καλές ερμηνείες από τα δύο παιδιά αλλά και τους γονείς αλλά κάποιες ανόητες επιλογές στη διάρκεια, ρίχνουν τη ταινία λίγο πιο πάνω από τη μετριότητα.

6/10

 

5 Σεπτεμβρίου 2010

A Christmas Carol [Χριστουγεννιάτικη Ιστορία] review

image

Το κλασσικό αριστούργημα του Καρόλου Ντίκενς που έγραψε τη δική του ιστορία στη Βρετανική και παγκόσμια λογοτεχνία, έβαλε στο στόχο του ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Robert “Forrest Gump” Zemeckis. Είναι περίεργο όταν συνειδητοποιείς ότι παρά τις αμέτρητες μεταφορές του βιβλίου και γενικότερα του ήρωα Ebenezer Scrooge στη μικρή ή μεγάλη οθόνη, λίγα ήταν πιστά στο βιβλίο και αποτύπωσαν τα γραπτά του Ντίκενς, ενώ αντίθετα τα πιο επιτυχημένα ήταν αυτά που πήραν τον Scrooge και του άλλαξαν τα φώτα, από το Scrooged του Bill Murray μέχρι τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία των Muppets και τον…Scrooge McDuck!

Αυτό ακριβώς έκανε ή τουλάχιστον ήθελε να κάνει στο A Christmas Tale ο Zemeckis, και κατά γενική ομολογία το πέτυχε αρκετά καλά. Σχεδόν για πρώτη φορά μια μεταφορά χρησιμοποιεί ακριβώς τα λόγια του Ντίκενς αλλά και τις περιγραφές του. Η γνωστή ιστορία που έχουμε δει πολλάκις δεν είναι ακριβώς όπως την έχουμε δει, εκτός αν έχουμε διαβάσει το βιβλίο, κάτι που ντρέπομαι που το λέω αλλά δεν έχω κάνει, και οι λεπτομέρειες των τριών φαντασμάτων κάνουν τη διαφορά. Το ανθρωπόμορφο κερί που δείχνει το φως του παρελθόντος, ο καλοκάγαθος γελαστός γίγαντας, σύμβολο της Βρετανικής παράδοσης, κάτι ανάμεσα σε Άγιο Βασίλη και Ιρλανδικό τρολ που αναλαμβάνει να μας κάνει βόλτα στο σήμερα και το ανατριχιαστικό, σχεδόν αόρατο πνεύμα του ζοφερού μέλλοντος, παρουσιάζονται με ένα επιμελημένο τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί.

image

Αλλά το αποτέλεσμα δε θα ήταν το ίδιο χωρίς το Jim Carrey. Η ταινία γυρίστηκε με τη τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε στα Polar Express και Beowulf, δηλαδή γυρίστηκαν οι σκηνές κανονικά με τους ζωντανούς ηθοποιούς και μετά επεξεργάστηκαν σε 3D ώστε να βγει το τελικό αποτέλεσμα που θαυμάσαμε για μια ακόμη φορά. Χωρίς το εύπλαστο πρόσωπο του Carrey και το εκπληκτικό ταλέντο στην απόδοση των διαφόρων φωνών αλλά και κινήσεων, μιας και υποδύεται συνολικά 7 χαρακτήρες (τον Scrooge σε διάφορες ηλικίες συν τα 3 πνέυματα), το Christmas Carol δε θα ήταν το ίδιο. Ο Scrooge απογειώνεται ως πραγματικά κακός και ανελέητα τσιγκούνας γέρος που έχει ξεχάσει να ζει. Μαζί του συμμετέχουν οι Gary Oldman, Colin Firth, Cary Elwes, Robin Wright και Bob Hoskins.

Τη μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα της Βικτοριανής Αγγλίας αφού ο Zemeckis παίρνει το ρίσκο να αποτυπώσει με σκληρό, σχεδόν ανατριχιαστικό τρόπο την ιστορία του Scrooge. Δε φοβάται να τρομάξει τους μικρούς θεατές ώστε να δείξει, αυτό που ήθελε να πει ο Ντίκενς, ένα νοσταλγικό διήγημα, ύμνο στην εξιλέωση και όχι ένα παιδικό παραμυθάκι. Αυτό που φοβάται όμως είναι τους ιθύνοντες νους της Disney, αφού έχει προσθέσει “τσόντα” μερικές παντελώς άχρηστες rollercoaster thrill ride σκηνές που μόνο σκοπό είχαν να “διαφημίσουν” και να δικαιολογήσουν την Disney 3D τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να χάνει μεγάλο μέρος της “σοβαρής μαγείας του βιβλίου”.

image

Το αρκετά πιο μέτριο δεύτερο μέρος δε φτάνει για να αμαυρώσει το αριστουργηματικό πρώτο μισό, τουλάχιστον όχι τόσο ώστε να χαλάσει μια σχεδόν “μυθιστορηματική” εμπειρία, έστω και αν έχασα την ευκαιρία να την απόλαυση σε όλο της το μεγαλείο στη μεγάλη οθόνη κάποιου κινηματογράφου και πρέπει να παραδεχτώ ότι το μετάνιωσα. Merry Christmas and God Bless Us Everyone…

7/10

 

4 Σεπτεμβρίου 2010

Archive reviews #2: No Reservations, I Am Legend, The Wicker Man (1973), Atonement, No Country for Old Men, King of California, The Nines

imageΜετά από 6 χρόνια απραξίας, ο Scott Hicks επιστρέφει με ένα remake μιας γερμανό-ιταλικής επιτυχίας του 2001. Η ιστορία για ακόμη μια φορά είναι απλούστατη. Η καταξιωμένη, εργασιομανής και μοναχική chef Catherine Zeta-Jones, μετά τον θάνατο της αδερφής της βρίσκεται ξαφνικά κηδεμόνας της ανιψιάς της (Abigail Breslin) που είχε να δει χρόνια. Ενώ προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, ένας "προσωρινός" αντικαταστάτης (Aaron Eckhart) έρχεται στο εστιατόριο και της κάνει τη ζωή άνω κάτω. Όλοι πρέπει ήδη να έχετε καταλάβει το τέλος και σας επιβεβαιώνω να μην περιμένετε κανένα plot twist ή έστω κάποια έκπληξη.

Μετά το εξαιρετικό Hearts in Atlantis περίμενα αρκετά από τον Hicks αλλά δυστυχώς το σενάριο δε τον βοήθησε καθόλου και υποθέτω ότι γι' αυτό το λόγο επιλέχθησαν και οι Zeta-Jones, Breslin μιας και μπορούν να δώσουν το κάτι παραπάνω. Και οι δύο ήταν πολύ καλές στους καθόλου-απαιτητικούς ρόλους τους, με τον Eckhart να μου θυμίζει την Ashley Judd που παίζει όλους τους ρόλους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο,άοσμος και άγευστος. Μια ακόμα απογοήτευση ήταν η μη αξιοποίηση του θέματος του φαγητού που μπορούσε να κάνει το τελικό αποτέλεσμα κάπως πιο εύγευστο αλλά αγνοήθηκε παντελώς.

Δυστυχώς η ταινία πάει κατευθείαν για τα μεσημέρια της Κυριακής στο Mega. Δε ξεχωρίζει σε κανένα σημείο και το μόνο που καταφέρνει είναι να περάσεις ένα εύπεπτο 100λεπτό.

5,5/10


imageΠερίπου 3 χρόνια μετά το κουραστικό Contantine, ο Francis Lawrence επιστρέφει πίσω από την κάμερα με μια ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα του Richard Matheson (Stir of Echoes) σε σενάριο των Mark Protosevich (The Cell, Poseidon) και Akiva Goldsman (A Beautiful Mind, Cinderella Man, The Da Vinci Code).

Η ιστορία (της ταινίας γιατί το βιβλίο έχει μεγάλες διαφορές) θέλει τον Robert Neville (Smith) να είναι ο μοναδικός επιζών άνθρωπος στη γη με μοναδική παρέα την σκύλα του, Sam. Μας παρουσιάζει τις καθημερινές συνήθειές του, να γυμνάζεται, να κυνηγάει ελάφια στο κέντρο της Νέας Υόρκης, να νοικιάζει (και να επιστρέφει!!!) dvd από το video club αλλά κάπου εκεί μας παρουσιάζεται και η σκοτεινή πλευρά της καθημερινότητάς του, οι Dark Seekers. Το 2009, υποτίθεται  ότι ανακαλύφτηκε η θεραπεία για τον καρκίνο από κάποιους επιστήμονες μεταλλάσσοντας τον ιό της ιλαράς ώστε να καταστρέφει τα καρκινικά κύτταρα. Φυσικά τίποτα δεν πάει καλά και η θεραπεία μετατρέπεται σε έναν ιό που μεταδίδεται με τον αέρα και με το άγγιγμα και μετατρέπει τους ανθρώπους σε πλάσματα, με στοιχεία από zombies και vampires με αποτέλεσμα να αφήσει τον άνοσο Neville μοναδικό κάτοικο του πλανήτη. Η ιστορία έχει λίγο περισσότερο βάθος αλλά θα περάσω σε spoilers άρα το αφήνω...

Το trailer είναι αρκετά παραπλανητικό μιας και παρουσιάζει την ταινία ως survival action αντίθετα με την πραγματικότητα μιας και έχει μόνο 2-3 σκηνές δράσης και αυτές μικρής διάρκειας και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια για εντυπωσιασμό. Η ταινία είναι αργή, και βασίζεται στην ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την ερημωμένη μεγαλούπολη και στην προσπάθεια του Neville να κρατηθεί στη ζωή αλλά και στα λογικά του. Ο Lawrence εντυπωσιάζει με την απόφασή του να μην υπερβάλει σε κανένα στοιχείο και είναι πραγματικά η ευχάριστη έκπληξη κρατώντας τον ρυθμό σε ικανοποιητικά επίπεδα με εντυπωσιακά πλάνα, όχι υπερφορτωμένα και χειρίζοντας τον Will Smith όσο το δυνατόν καλύτερα. Όσο για τον Smith, αυτός είναι η μισή ταινία (η άλλη μισή είναι η σκηνοθεσία και η ατμόσφαιρα), αυτός κρατάει το θεατή πάνω του, αυτός βγάζει 100 λεπτά ταινία σχεδόν μόνος του, αυτός καταφέρνει να κάνει ρεαλιστικό ένα κατά τ'άλλα zombie-vampire movie και δείχνει την κλάση του.

Και για να πάμε και στα αρνητικά, μπορώ να πω ότι το βραβείο παίρνουν τα εφέ. Πολλοί μίλησαν για κακοφτιαγμένα πλάσματα αλλά εδώ θα διαφωνήσω, δεν είναι κακοφτιαγμένα μόνο τα πλάσματα. Παρά την μεγάλη λεπτομέρεια των εφέ, αυτά δεν έχουν συνοχή μέσα στον κόσμο, δεν γίνονται ρεαλιστικά, τα πλάσματα, το ψηλό χορτάρι που φύτρωσε μέσα στην πόλη, τα άγρια ζώα που γυρνοβολάνε ελεύθερα, το Ford Mustang που οδηγάει στους άδειους δρόμους με το αμάξι να είναι ένα layer, τον δρόμο άλλο και το περιβάλλον άλλο. Δεν ξέρω αν αυτά τα προβλήματα είναι εύθηνη μοντάζ ή της εταιρίας των ειδικών εφέ πάντως απογοητεύουν σε τραγικό σημείο. Ένα άλλο στοιχείο που κατακρίθηκε ήταν το τέλος που για μένα ήταν μισή απογοήτευσή μιας και ήταν γυρισμένο ευρωπαϊκά αλλά γραμμένο αμερικάνικα...Ότι καταλάβατε, καταλάβατε.

7/10


imageΒρετανικό original που βγάζει 7,8 ή αμερικάνικο remake που βγάζει 3,5. Δεν είναι δύσκολο να διαλέξεις...

The Wicker Man λοιπόν ή Το Καταραμένο Σκιάχτρο, ταινία του 1973 του Robin Hardy σε σενάριο του Anthony Shaffer (Sleuth, Frenzy, Sommersby) με τους Edward Woodward, Diane Cilento, Britt Ekland και φυσικά τον Christopher Lee. Η ιστορία χωρίς να μπω σε spoilers θέλει τον αστυνόμο Howie να δέχεται ένα ανώνυμο γράμμα το οποίο μιλάει για ένα εξαφανισμένο κορίτσι σε ένα νησί της Σκωτίας. Έτσι, πάει για να ερευνήσει την υπόθεση στο ιδιωτικό νησί το οποίο κυβερνείται από τον Λόρδο Summerisle στον οποίον και ανήκει. Και η ιστορία ξεδιπλώνεται... Το σενάριο είναι καλογραμμένο με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ρυθμική εξέλιξη και ανατριχιαστικά παιδάκια (που δεν είναι φαντάσματα)!

Ο σκηνοθέτης δεν εντυπωσιάζει με την δουλειά τους φτιάχνοντας μια τυπική ταινία με αρκετά λάθη και ψευτοεφέ εντυπωσιασμού που αποτυγχάνουν αλλά καταφέρνει να δημιουργήσει την εντυπωσιακά αντιφατική ατμόσφαιρα του μυστηρίου σε ένα πανέμορφο χωριουδάκι και χωρίς να χρειαστεί να γυρίσει παρά ελάχιστα νυχτερινά πλάνα. Ο πρωταγωνιστής Woodward είναι άκρως ικανοποιητικός μέχρι το φινάλε όπου το ρίχνει στο αρχαίο δράμα και είναι φανερό ότι δεν έχει το ταλέντο με αποτέλεσμα μια από τις πιο "τρομακτικές χωρίς τρόμο" σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου (όπως έχει ψηφιστεί από περιοδικά) να καταντάει γελοία. Φυσικά ξεχωρίζει ο Lee σε έναν ρόλο που του πάει γάντι και μάλιστα για τον οποίον δεν πληρώθηκε δραχμή.

Συνολικά η ταινία σε αφήνει ικανοποιημένο αλλά όχι και εντυπωσιασμένο μιας και το τέλος της που θεωρείται κλασικό, αν και plot twist, δεν είναι τόσο αδύνατο να το προβλέψεις και η κακή ερμηνεία του πρωταγωνιστή χαλάει την τελική εικόνα.

6/10


imageΈχω κακό ιστορικό για τις ταινίες που είναι βασικές υποψήφιες για Oscar είτε γιατί μου πέφτουν πολύ βαριές και δε τις βλέπω είτε όταν τις βλέπω, είναι σκέτη απογοήτευση (The Departed). Παρ'όλ'αυτά, αυτή τη φορά είδα το Atonement, την τελευταία ταινία του 35χρονου Joe Wright (Pride & Prejudice) με τους Saoirse Ronan, James McAvoy, Keira Knightley, Romola Garai και Vanessa Redgrave βασισμένη σε νουβέλα του Ian McEwan (The Cement Garden, The Good Son).

Η ιστορία μας βάζει λίγο πριν την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα Αγγλικό πλουσιόσπιτο και αποτελεί την παρουσίαση της ζωής της 13χρονης Briony Tallis (Ronan) και τις συνέπειες των πράξεών της. Η μικρή Briony είναι κρυφά ερωτευμένη με τον κηπουρό Robbie Turner (McAvoy) ο οποίος έχει μάτια μόνο για την μεγάλη αδερφή της, την Cecilia (Knightley). Η μικρή ζηλεύει την αδερφή της και όταν πιάνει τους δύο νέους να...βγάζουν τα μάτια τους στη βιβλιοθήκη εξοργίζεται. Λίγο αργότερα στους κήπους της έπαυλης, βιάζεται η ξαδέρφη της, και η μικρή έχοντας δει μόνο τη σκιά του βιαστή, δείχνει με σιγουριά τον Robbie με αποτέλεσμα την φυλάκισή του. Μάλλον είπα ήδη πολλά, άρα κάπου εδώ σταματάω, με την ιστορία να συνεχίζει παρουσιάζοντας την πολύπλοκη συνέχεια των ζωών των τριών χαρακτήρων και τις συνέπειες των πράξεων της μικρής Briony. Συνολικά η ιστορία είναι πολύ ενδιαφέρουσα μιας και δείχνει πως μια απόφαση ενός παιδιού μπορεί να επηρεάσει τη ζωή τόσων ανθρώπων.

Η προηγούμενη ταινία του Wright, το Pride and Prejudice, δεν είχε πάρει και τις καλύτερες κριτικές αλλά προσωπικά μου είχε αρέσει πολύ και με τις καλές κριτικές του Atonement, περίμενα ακόμα περισσότερα. Η σκηνοθεσία είναι σχεδόν άριστη, με ωραία πλάνα, καλό ρυθμό, ρεαλιστική ατμόσφαιρα και παρουσίαση χαρακτήρων. Περίμενα λίγο καλύτερη φωτογραφία αλλά μετά πρόσεξα ότι ο διευθυντής φωτογραφίας δεν είναι ο Roman Osin του Pride & Prejudice αλλά ο Seamus McGarvey (High Fidelity, The Hours, World Trade Center).

Όσο για τις ερμηνείες, αυτή που ξεχωρίζει είναι αυτή της μικρής Saoirse Ronan (έτσι εξηγείται και η συμμετοχή της στο Lovely Bones) που δεν είναι το κλασσικό χαριτωμένο κοριτσάκι που μπορεί να γεμίσει την οθόνη μόνο με την παρουσία του αλλά ένα άχαρο ψιλόλιγνο freckles που καταφέρνει να γεμίσει την οθόνη και να εντυπωσιάσει με την ερμηνεία και την σοβαρότητά της. Όσο για το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής, η Keira Knightley δίνει την πιο ώριμη ερμηνεία της και αποδεικνύει και στους πιο άπιστους ότι όσο μπούστο της λείπει, τόσο ταλέντο έχει. Όσο για τον McAvoy, δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα μιας και είναι φανερό ότι δεν μπορεί να κρατήσει ακόμα μια ταινία πάνω του (μιας και έχει το μεγαλύτερο screentime) αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απογοητεύει, απλά είναι ακόμα ταλέντο και όχι καταξιωμένος πρωταγωνιστής και του φαίνεται. Αποκορύφωμα, φυσικά, η Vanessa Redgrave με ένα μονόλογο που αποτελεί και το το φινάλε της ταινίας να σου αφήνει την καλύτερη δυνατή τελική εντύπωση.

Συνολικά η ταινία είναι από τις καλύτερες της χρονιάς, βάζοντας τον Wright στη λίστα με τους μικρότερους αλλά και πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες. Αρκεί να το αποδείξει και στο μέλλον με μεγαλύτερη ποικιλία στις επιλογές του.

7,5/10


imageΈχοντας δει μόνο το Lady Killers και το Intolerable Cruelty, σίγουρα δεν έχω δει τίποτα από τους περιβόητους αδερφούς Coen, και τώρα με την τελευταία τους ταινίας No Country for Old Men, νομίζω ότι αρχίζω να καταλαβαίνω το ταλέντο τους. Αν μετράω σωστά είναι η 12η τους ταινία (+ το segment Tuileries απ'το Paris, Je T'Aime) και πρωταγωνιστές τους Josh Brolin, Javier Bardem, Tommy Lee Jones, Kelly Macdonald και Woody Harrelson. Εκτός από την Macdonald που έχει μια μικρή πορεία σε ταινίες όπως Trainspotting, Elizabeth, Gosford Park, Intermission, οι υπόλοιποι φυσικά δε θέλουν καμία σύσταση.

Η ιστορία θέλει τον άνεργο, ψιλορεμάλι Llewelyn Moss (Brolin) που ζει με την γυναίκα του (Mcdonald) σε ένα τροχόσπιτο κάπου στο Τέξας, να βρίσκει μέσα στην έρημο τα αποτελέσματα ενός deal ναρκωτικών που πήγε στραβά, δηλαδή πτώματα, ένα φορτηγό κοκαΐνη και μια βαλίτσα λεφτά. Έτσι, αποφασίζει να πάρει τα λεφτά αλλά για κακή του τύχη τον βλέπουν και αρχίζει το κυνηγητό. Απλά να πω ότι ο Bardem είναι ο κυνηγός και το TLJ είναι ο σερίφης γιατί η ιστορία ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά και δε θέλω να χαλάσω τη συνέχεια. Παρόλο που δεν εξηγεί πολλά πολλά για το πως, ποιοί, γιατί, δε χαλάει καθόλου την εικόνα μιας και το παιχνίδι γάτας-ποντικιού είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένο, με δύο χαρακτήρες ελαφρώς καρτουνίστικους, ο ένας παρανοϊκός και ο άλλος καιροσκόπος και ανάμεσά τους ένας βετεράνος σερίφης  (εδώ κολλάει και το "Old Men" του τίτλου) που καταλαβαίνει ότι δεν τον παίρνει να ανακατευτεί και απλά παρακολουθεί, ακολουθεί, και φιλοσοφεί. Πολύ ευχάριστη νότα μερικές ατάκες που δε μπορείς να τις χαρακτηρίσεις αστείες αλλά σίγουρα φέρνουν το γέλιο.

Σε καμιά περίπτωση δεν μπορείς να με πεις κουλτουριάρη και η ανοχή μου με τις αργέεες ταινίες δεν είναι μεγάλη αν και μπορώ να πω ότι έχω μάθει να ξεχωρίζω το αργό του Αγγελόπουλου με το αργό του Jarmush. Εδώ οι Coen ακροβατούν.Σίγουρα μένουν πάνω στο σκοινί αλλά δε σημαίνει ότι δεν έχουν και τα τραντάγματά τους, που σημαίνει ότι υπήρχαν κάνα δυο σκηνές που κούραζαν και άλλες μια-δυό που κρατούσαν λίγο παραπάνω. Ήθελε κανένα 10λεπτο κόψιμο ακόμα στο μοντάζ και θα ήταν perfect. Εξαιρετικές σκηνές δράσης (1-2 μικρές φυσικά, δεν είναι Die Hard) και με πολύ καλό ρυθμό. Λίγο άνευρη φωτογραφία αλλά για αμερικάνικη παραγωγή, πολύ πάνω του μέσου όρου.

Ο Brolin κλέβει την παράσταση ερμηνευτικά και είναι απόλυτα άψογος. Έχω μια μικρή ένσταση για τους επαίνους που έχει πάρει ο Bardem, μιας και σίγουρα δεν είναι κακός αλλά ο ρόλος του είναι εξαιρετικά απλός (τουλάχιστον έτσι φαίνεται στα μάτια του θεατή), και ο ταλαντούχος Ισπανός απλά τον κάνει πραγματικά δικό του, αλλά δεν είναι τόσο η ερμηνεία που εντυπωσιάζει ώστε να δικαιολογήσει τα βραβεία όσο ο χαρακτήρας αυτός καθ'αυτός. Ο Tommy Lee Jones έχει σχετικά μικρό screentime και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία εκτός για να δικαιολογήσει τον τίτλο της ταινίας.

Συνολικά η ταινία εντυπωσιάζει σε κάθε σκέλος της και σίγουρα είναι από τις καλύτερες τις χρονιάς. Επειδή όμως έτυχε να την δω σχεδόν σερί μετά το Atonement, σίγουρα υστερεί και χάνει στα σημεία.

7/10


imageΠρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική δουλεία (και συγγραφική μιας και έχει γράψει και το σενάριο) κάποιου Mike Cahill με πρωταγωνιστές τους Michael Douglas και Evan Rachel Wood (S1m0ne, Thirteen, Down in the Valley για όσους λίγους δε την ξέρουν).

Η ιστορία ξεκινάει σαν μια κλασική παρουσίαση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Η 17χρονη (θά'θελε) Miranda (Wood) μένει μόνη της μιας και ο πατέρας της είναι σε ψυχιατρείο και η μητέρα της..χμμμ,για να πω την αλήθεια δε θυμάμαι ακριβώς τι παίζει με την μητέρα αλλά νομίζω ότι έχει πεθάνει. Τέσπα, η Miranda πάει να πάρει, με το σαραβαλάκι αυτοκίνητο που με πολλές ώρες δουλειάς στα McDonalds κατάφερε να αγοράσει, τον πατέρα της (Douglas) από το ψυχιατρείο ο οποίος όμως δεν είναι και τόσο καλά στα μυαλά του ακόμα. Τις κάνει τη ζωή δύσκολη με τις τρέλες του ώσπου μετά από λίγο καιρό της αποκαλύπτει το μυστικό. Διάβασε ένα βιβλίο που έλεγε για έναν θησαυρό που ήταν θαμμένο κάπου στην California από κάποιους Ισπανούς κατακτητές. Και έτσι ξεκινάει ένα κυνήγι θησαυρού.

Βλέποντας την ταινία καθαρά τεχνικά, η απειρία του σκηνοθέτη δεν φαίνεται καθόλου με έξυπνα πλάνα, καλό μοντάζ και αξιοποίηση των ταλαντούχων πρωταγωνιστών. Αλλά δεν καταφέρνει να κρατήσει ψηλά και τον ρυθμό με αποτέλεσμα, κυρίως το πρώτο μισό της ταινίας να είναι κάπως βαρετό και αργό. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και πραγματικά δε ξέρεις ποια να ξεχωρίσεις, χωρίς να είναι όμως και ιδιαίτερης δυσκολίας. Απολαυστική ερμηνεία από τον Douglas στα πρότυπα του One Night at McCool's αλλά πολύ καλύτερη. Η ERW βγάζει μάτια...με την κάθε έννοια της έκφρασης ;)

Τελικά ήταν μια αρκετά καλή και σχετικά διασκεδαστική δραματική κωμωδία που όμως δε θα θυμόμαστε για πάνω από μια βδομάδα.

5,5/10


imageΆλλη μία σχετικά άγνωστη ταινία είχε σειρά αλλά σίγουρα δύσκολο να αγνοήσεις. Μιλάω για το The Nines, την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια του σεναριογράφου John August (Go, Titan A.E., Charlie's Angels, Big Fish, Charlie and the Chocolate Factory, Corpse Bride) με τους Ryan Reynolds, Hope Davis, Melissa McCarthy και Elle Fanning. Δε γνωρίζω αν πρόκειται για κάποιο dream project του δημιουργού αλλά προφανώς έχει δουλευτεί πολύ και είναι εξαιρετικά περίπλοκο και θέλει πολλαπλές θεάσεις για να βγάλεις κάποιο νόημα. Κάποιοι (ιερόσυλοι) το παρομοιάζουν με το Donnie Darko, και στο σημείο του σεναρίου μπορώ να πω ότι μοιάζει μιας και πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία και ξεχωριστά bits and pieces που πρέπει να προσέξεις ώστε να βγάλεις νόημα. Δυστυχώς όμως δεν έχει και την ποιότητα στη σκηνοθεσία ώστε να γίνει ένα cult masterpiece και καταλήγει να γίνει μια ακαταλαβίστικη φούσκα που απλά στο τέλος έχεις καταλάβει ελάχιστα αλλά δε σε κάνει και να ενδιαφερθείς να το ξαναδείς μπας και καταλάβεις τίποτα περισσότερο.

Αργός ρυθμός, σχεδόν καθόλου ένταση, αδιάφορα αναπτυγμένοι χαρακτήρες. Είναι χωρισμένη σε τρία κεφάλαια με τους ηθοποιούς να παίζουν διαφορετικό ρόλο σε κάθε ένα με την Elle να αποτελεί το συνδετικό νήμα και μπερδεύει αποτυχημένους ηθοποιούς, μπερδεμένους σεναριογράφους και κολλημένους game designers, που σύμφωνα με κάποιους αποτελούν εμπειρίες του σεναριογράφου. Στο τέλος αφήνει και μια θεολογική πινελιά και το αποκάνει. Απλά το παρατάς. Καλές ερμηνείες σε γενικές γραμμές, χωρίς να ξεχωρίζει κάποιος.

Αξίζει μια ματιά, αλλά αν δε καταλάβετε τίποτα μην απογοητευτείτε, δεν είστε μόνοι..

5,5/10

3 Σεπτεμβρίου 2010

The Yellow Handkerchief review

imageΠριν η Kristen Stewart πέσει στη δύνη του Twilight, είχε συμμετάσχει σε μερικές εξαιρετικές indie ταινίες, στις οποίες και απέδειξε επανειλημμένα το ταλέντο της. Η τελευταία, πριν η νεαρή ηθοποιός γίνει ξαφνικά pop είδωλο, ήταν τον The Yellow Handkerchief, remake της ομώνυμης γιαπωνέζικης ταινίας του 1977 του Yôji Yamada (The Twilight Samurai) βασισμένη περιέργως σε μυθιστόρημα του Νεοϋορκέζου Pete Hamill. Παρόλο που το συγκεκριμένο remake του σκηνοθέτη Udayan Prasad γυρίστηκε το 2007, η ταινία τριγύρισε σε αρκετά φεστιβάλ μέχρι να βρει μια έστω και μικρή διανομή στις αμερικάνικες αίθουσες τον Φεβρουάριο του 2010.

image

Τρεις άγνωστοι πρωταγωνιστούν σε αυτό το road movie. Ο Brett, ένας άνδρας που μόλις αποφυλακίστηκε μετά από 6 χρόνια, και δύο έφηβοι, η Martine και ο Gordy που βρίσκονται ξαφνικά μαζί σε ένα καμπριολέ να πηγαίνουν…κάπου, ή να φεύγουν μακριά από κάπου. Ο σεναριογράφος Erin Dignam παίζει πολύ επιτυχημένα με την άγνοια των θεατών για το πρωταγωνιστικό τρίο και το ένστικτο ή την τύχη που τους έφερε σε αυτό το ταξίδι. Δίνοντας ελάχιστες βασικές λεπτομέρειες για τους δύο εφήβους ξεκινάει ένα ταξίδι αναζήτησης της ιστορίας του Brett και πως κατέληξε στη φυλακή.

Το περίεργο τρίο προσπαθεί να συνειδητοποιήσει γιατί κάνει αυτό το ταξίδι προς το πουθενά και μαζί τους και οι θεατές. Άλλος ψάχνει τη διέξοδο από τη μοναξιά, άλλος την τυχαία ερωτική περιπέτεια αλλά και την κοινωνική αποδοχή ενώ άλλος απλά τη συνέχεια της ζωής του. Το πρώτο μισό της ταινίας παίζει με την άγνοια των θεατών για το ποιοι είναι και που πάνε με μικρά flashbacks της ζωής του Brett, ταξιδεύοντας σε motel και παράγκες του Αμερικάνικου νότου. Παρά την ουσιαστική έλλειψη εξέλιξης της ιστορίας, οι εξαιρετικά καλογραμμένοι χαρακτήρες/διάλογοι σε συνδυασμό με τις υπέροχες ερμηνείες των πρωταγωνιστών αλλά και τη φωτογραφία του Chris Menges (The Three Burials of Melquiades Estrada), κάνουν αυτό το πρώτο 50λεπτο ένοχα απολαυστικό. Όμως κάπου εκεί τα προαναφερόμενα flashbacks πυκνώνουν, κερδίζοντας υπερβολικά μεγάλο χρόνο μιας σχεδόν αδιάφορης ιστορίας οικογενειακού δράματος, παραμελώντας τελείως τους εξαιρετικά ενδιαφέροντες πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες του σήμερα, και ειδικά τους δύο εφήβους, αφήνοντάς μας χωρίς κανένα νέο στοιχείο για τη ζωή τους, επιμένοντας εκνευριστικά στο παρελθόν του Brett. Αυτό λοιπόν το 35-40λεπτο ήταν κάτι παραπάνω από βασανιστικό. Τα λεπτά δε περνούσαν και η θεωρία της σχετικότητας του χρόνου ήταν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα σκέψη από τα τεκταινόμενα στην οθόνη. Το “Κίτρινο Μαντήλι” ξεπέφτει σε οικογενειακό δράμα με ένα συγκινητικό μεν, εκτός τόπου και χρόνου δε, happy end.

image

Οι εξαιρετικές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών William Hurt, Eddie Redmayne και Kristen Stewart, η σπουδαία φωτογραφία και το έξυπνο σενάριο του πρώτου μέρους δε φτάνει για να μετριάσει την υπέρμετρη απογοήτευση του βασανιστικού δεύτερου μέρους. Για τα παραπάνω άριστα συστατικά αξίζει να δώσετε μια ευκαιρία στο The Yellow Handkerchief, αλλά δυστυχώς δύσκολα δε θα απογοητευτείτε με τη τελική εικόνα.

5/10

 

Related Posts with Thumbnails