Ένας από τους θεσμούς που δέχονται όλο και μεγαλύτερη αναγνώριση στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα είναι τα Goya Awards ή όπως τα έχουμε ακούσει πολλοί, τα Ισπανικά Όσκαρ. Ο μεγάλος θριαμβευτής της περσινής χρονιάς ήταν η ταινία Camino που αντίθετα με τους νικητές άλλων ετών, σχεδόν εξαφανίστηκε και δεν είχε ουσιαστική κινηματογραφική πορεία παρά τα πολλά βραβεία που συγκέντρωσε στα φεστιβάλ στη χώρα του.
Η Camino είναι μια εντεκάχρονη νεαρή που, εκ πρώτης όψεως, είναι μία ακόμα προ-έφηβη με τις διάφορες σχέσεις φιλίας και μίσους στο σχολείο και τα πρώτα ερωτικά συναισθήματα. Η διαφορά είναι ότι η οικογένειά της είναι μέλη της Opus Dei, της σκληροπυρηνικής χριστιανικής οργάνωσης/δόγματος, αναγνωρισμένης επίσημα από τη καθολική εκκλησία. Μετά από κάποιους πόνους στο σβέρκο της μικρής, τα προβλήματα ξεκινάνε με αλλεπάλληλες λάθος διαγνώσεις και εγχειρήσεις που δοκιμάζουν τη πίστη της. Μη νομίσετε ότι ακούγοντας Opus Dei, θα δείτε μια ταινία με κρυμμένα μυστικά και κώδικες αλλά πως αυτή η, πολύ διαδεδομένη στην Ισπανία, “θρησκεία” επηρεάζει τη ζωή ενός άτυχου κοριτσιού.
Καλώς ή κακώς, το περιτύλιγμα της ταινίας και μεγάλο χρονικά μέρος αυτής είναι ένα οικογενειακό μελόδραμα, καλογραμμένο μεν, και με έξυπνες πινελιές φαντασίας από το υποσυνείδητο του κοριτσιού που θυμίζει το Λαβύρινθο του Πάνα, αλλά με εμφανή σκοπό να προκαλέσει, ξεδιάντροπα σε μερικές σκηνές, τη συγκίνηση. Και λέω περιτύλιγμα γιατί εμφανής σκοπός του δημιουργού είναι η παρουσίαση όλων αυτών των τραγικών γεγονότων μέσα σε μια τέτοια δυσλειτουργική (;;) οικογένεια. Ο σκηνοθέτης Javier Fesser ενώ έχει σκοπό να σχολιάσει αυτή την υπερβολική πίστη και και τα αποτελέσματά της, το κάνει τόσο υπόγεια που δεν ικανοποιεί το θεατή. Βλέποντας τη ταινία, αυτό που σκεφτόμουν ήταν ένας φανταστικός διάλογος όπου εγώ ρωτάω το σκηνοθέτη “Μπορείτε να μου πείτε τη γνώμη σας για την Opus Dei;” και αυτός να μου απαντάει “Ναι”!!. Ουσιαστικά παρουσιάζει τις “παρενέργειες” μιας τέτοιας στάσης χωρίς να
τις κατακρίνει, κάτι που μπορεί να ακούγεται δημοκρατικό και φιλελεύθερο αλλά δεν ήταν καθόλου κινηματογραφικά νεμεσιακό χάνοντας την αξία των όσων μας έδειξε.
Άξιοι αναφορά είναι οι δεύτεροι ρόλοι της ταινίας, και συγκεκριμένα των γονιών της Camino οι οποίοι είναι εξαιρετικοί προσπαθώντας να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην σκληροπυρηνική μητέρα και τον μετριοπαθή πατέρα. Στο πρωταγωνιστικό ρόλο όμως της Camino, η μικρή Nerea Camacho δε τα καταφέρνει και πολύ καλά. Μάλλον η audition έγινε σε κάποιο δραματικό κομμάτι της ταινίας γιατί σε αυτές της σκηνές ήταν εξαιρετική και πειστική αλλά στην υπόλοιπη ταινία που υποδύεται απλά ένα κορίτσι της ηλικίας της είναι πραγματικά τραγική. Έκπληξη, φόβος, χαρά, ενθουσιασμός, ότι συναίσθημα και να είχε να αποδώσει, η μικρή απλά γούρλωνε τα τεράστια μελιά μάτια της προκαλώντας μειδίαμα.
Το Camino είναι μια καλή προσπάθεια που όμως φοβάται μη βουλιάξει και πλατσουρίζει στα ρηχά. Μερικές εξαιρετικές ερμηνείες αλλά και η πολύ καλή σκηνοθεσία μας κρατάει το ενδιαφέρον τουλάχιστον για τα 100 από τα 140 συνολικά λεπτά αλλά μας απογοητεύει η έλλειψη θάρρους του σκηνοθέτη να αποτυπώσει αυτό που υπονοεί σε όλη τη ταινία, με εικόνες και λόγια.
5,5/10

Φαίνεται ότι τα κακά παιδιά του Hollywood άρχισαν να βάζουν μυαλό. Τα αποτελέσματα είναι αδιαμφισβήτητα θετικά και για τους ίδιους αλλά και για εμάς γιατί ξαναβλέπουμε ηθοποιούς όμως ο Robert Downey Jr και ο Woody Harrelson να ερμηνεύουν ρόλους όπως λίγοι μπορούν. Η επιβεβαίωση για την συνεχή ανοδική πορεία του τελευταίου είναι η πρόσφατη υποψηφιότητα του για β’ ανδρικό ρόλο στη ταινία του Oren Moverman, The Messenger.
Ο Ισραηλινός σεναριογράφος της βιογραφίας του Bob Dylan, I'm Not There, αναβαθμίζει το ρόλο του αναλαμβάνοντας και τη σκηνοθεσία μιας ιστορίας δύο βετεράνων στρατιωτικών που έχουν το ρόλο των “αγγελιοφόρων του θανάτου”. Ο Will Montgomery μετά από τη θητεία του στο Αφγανιστάν γυρνάει στη πατρίδα ως ήρωας αλλά λόγο ενός τραυματισμού στο μάτι του δίνεται ως πόστο, αυτό του αγγελιοφόρου συλλυπητηρίων. Μαζί με τον “παλιό” Tony Stone έχουν τη τραγική ευθύνη να ενημερώνουν τους συγγενείς των πεσόντων στρατιωτών για το θάνατό τους με όσο το δυνατό πιο αυστηρό και “στρατιωτικό” τρόπο. Φυσικά μόνο ευχάριστο δεν είναι αυτό το πόστο για τον μάχιμο Will αλλά μέσα από μια δύσκολη σχέση με τον Tony προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας να αντιμετωπίσει τα μεταπολεμικά τραύματα αλλά και την high school sweetheart Kelly, η οποίο κατά τη θητεία του, συνέχισε τη ζωή της με κάποιον άλλον. Το αναπάντεχο όμως σε αυτή τη πορεία είναι η περίεργη σχέση που αναπτύσσει με τη χήρα ενός από τους πεσόντες στην οποία πήγε να ανακοινώσει το θάνατο του συζύγου της.
Το The Messenger είναι μια δραματική αλλά όχι δακρύβρεχτη μεταπολεμική ιστορία, με εξαιρετικές ερμηνείες από τους Woody Harrelson, Ben Foster, Samantha Morton αλλά και από τους Steve Buscemi και Jena Malone σε μικρότερους ρόλους και μια δεμένη σκηνοθετική ματιά που όμως χάνει μεγάλο μέρος από τη γοητεία της λόγω μιας από τις υποιστορίες και της επιλογής της ταλαντούχας μεν, αταίριαστης δε Morton.
Με το Gran Torino, ο Clint Eastwood έδειξε σημάδια… "ξεμωράματος" και αρκετοί φοβήθηκαν ότι αυτό ήταν και ο τέλος. Ο 80χρονος όμως σκηνοθέτης (μιας και έχει δηλώσει ότι δε θα ξαναπεράσει μπροστά από την κάμερα) φαίνεται ότι έχει ακόμα πολλά να δώσει κάνει το μεγάλο comeback με το Invictus, μια αληθινή ιστορία στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 στη Νότια Αφρική του Νέλσον Μαντέλα.
Αφρικής και των ρατσιστικών αντιλήψεων που κυριαρχούσαν σε επικίνδυνο βαθμό. Ο Μαντέλα, ένας χαρισματικός πολιτικός και άνθρωπος κάνει τα πάντα για να κρατήσει τις ισορροπίες ώστε να μην αρχίσουν οι εχθροπραξίες και ταυτόχρονα να ανασυντάξει την χώρα του μετά από μία σχεδόν 50ετή περίοδο ρατσιστικών διωγμών και εχθροπραξιών. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ενώσει το έθνος και τον βρήκε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα rugby που θα διοργάνωνε η χώρα του το καλοκαίρι του 1995. Μια επικροτούμενη από τον ίδιο, επιτυχία σε ένα τόσο δημοφιλές άθλημα, και ειδικά της εθνικής ομάδας που ήταν σύμβολο του απαρτχάιντ, θα μπορούσε να ενώσει το λαό και για αυτό το σκοπό έκανε τα πάντα. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι μια ομάδα αποτελούμενη από μόνο έναν μαύρο και όλους τους υπόλοιπους λευκού, εκτός από τη κακή αγωνιστική της κατάσταση, έπρεπε να κερδίσει και τη συμπάθεια ολόκληρου του πληθυσμού. Το αν και πως το κατάφερε θα το δείτε στη ταινία…
Ο Νέλσον Μαντέλα είναι (ή μας παρουσιάζεται ως) ένας πανέξυπνος, ευγενικός, με χιούμορ και χαρακτήρα, πολιτικός και άνθρωπος με μια εκπληκτική επιρροή στους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή που προκαλεί τον άμεσο και απόλυτο σεβασμό. Κάνει σκληρές επιλογές χωρίς να σκέφτεται το πολιτικό κόστος με απώτερο σκοπό να ενώσει το έθνος του δουλεύοντας μέρα νύχτα σε σημείο εξάντλησης. Αυτός είναι ο Μαντέλα που μας παρουσιάζει ο Clint Eastwood και χωρίς να έχω τις ιστορικές γνώσεις να σχολιάσω την αλήθεια των λεγομένων του, είναι κινηματογραφικά εκπληκτικά ενδιαφέρων χαρακτήρας που πραγματικά θες να δεις την επόμενή του κίνηση. Αλλά ίσως να μην ήταν τόσο ενδιαφέρον αν δεν τον υποδυόταν ο μεγάλος Morgan Freeman σε ένα ρόλο φτιαγμένο για τον ίδιο αφού ήταν και επιλογή του ίδιου του Μαντέλα και αποδεικνύεται χρυσάφι. Τρομακτικά όμοιος με τον Νοτιοαφρικανό ηγέτη φυσιογνωμικά, στο τρόπο ομιλίας του, στις κινήσεις του, πραγματικά ανατριχιαστικά καλός. Σε δεύτερο ρόλο αλλά το ίδιο καλός και ο Matt Damon στο ρόλο του αρχηγού της εθνικής ομάδας rugby που προερχόμενος από μία “οικογένεια του απαρτχάιντ” έχει το
δύσκολο έργο να φέρει εις πέρας τη δύσκολη αποστολή που ο Μαντέλα του δίνει. Παρά τα αντιρατσιστικά κλισέ, για τα οποία από πολλούς κατηγορήθηκε, ο Eastwood φτιάχνει μια ταινία που περνάει “νερό” αποφεύγοντας να πέσει στη λόμπα του αθλητικού δράματος μέχρι… λίγο πριν το τέλος. Κάπου εκεί όμως, τον πιάνει το αμερικάνικό του και δείχνει, όπως χαρακτηριστικά θα έλεγε ένας αθλητικογράφος, “εκτεταμένα στιγμιότυπα” από τον τελευταίο και πιο σημαντικό αγώνα, τα οποία όμως διαρκούν υπερβολικά πολύ και για ένα κοινό που δε ξέρει και τους κανόνες του παιχνιδιού προκαλεί μια γρήγορη κούραση ενώ ταυτόχρονα ρίχνει στο ρινγκ και το μεγαλύτερο κλισέ του “ανεβαστικού” λόγου του αρχηγού προς του συμπαίκτες του για τη νίκη. Ευτυχώς, όλη η διάρκεια της ταινία είναι τόσο καλή που έστω και δύσκολα, σε κάνουν να ξεχνάς αυτές τις τραγικές σκηνοθετικές επιλογές που παραλίγο να “σπάσουν τα αυγά” του Invictus.
Ο Ισλαμικός νόμος και ο τρόπος που αυτός εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα σε αρκετά μέρη του κόσμου είναι σχετικά γνωστός σε όλους μας και η ταινία του Cyrus Nowrasteh μας παρουσιάζει ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα που συνέβη και έγινε γνωστό στο Ιράν του 1986.
Η ιστορία είναι μια πραγματική τραγική αφήγηση που υπερτονίζει τη βιαιότητα και ανισότητα του ισλαμικού νόμου, μιας και ο Ali εκμεταλλεύεται αυτό το νόμο για να πετύχει ένα προσωπικό σκοπό όποιο και αν είναι αυτό το τίμημα. Παρακολουθούμε τα γεγονότα από τα μάτια της θείας της Soraya, Zahra η οποία και τα διηγείται στο δημοσιογράφο. Ο σκηνοθέτης εξ’ αρχής έχει κάνει μερικές πολύ κακές επιλογές που του στερούν μια καλύτερη τύχη. Ενώ θεωρητικά βλέπουμε την ιστορία που λέει η Zahra στον Sahebjam και άρα μόνο τις σκηνές όπου η Zehra είναι παρούσα, αυτό ξεχνιέται σε αρκετές περιπτώσεις μειώνοντας αρκετά το ρεαλισμό και την αυτοκαταστρέφοντας την τεχνική της εξιστόρησης που επέλεξε . Το δεύτερο τρανταχτό μειονέκτημα είναι η επιλογή να δείξει το δημοσιογράφο σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον στην αρχή της ταινίας να προσπαθεί να μιλήσει κρυφά με την Zahra και μετά τον ξεχνάει μέχρι το φινάλε, κάτι που σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να δώσει τη ζωντάνια και τις εναλλαγές που χρειαζόταν.
ιστορία λιθοβολισμού υποτίθεται ότι είναι δραματική, ανθρώπινη και έχει σκοπό να σε συγκλονίσει, να σε ξυπνήσει. Εδώ όμως ο σκηνοθέτης μέχρι πριν το τραγικό φινάλε, καταφέρνει μόνο να μας κουράσει, αρκετά ώστε να μην έχουμε τη δυνατότητα να ταυτιστούμε με τους πρωταγωνιστές, να τους συμπονέσουμε και να τους λυπηθούμε. Φυσικά όλα αυτά τα συναισθήματα έρχονται στο αναμενόμενο τέλος αλλά κινηματογραφικά είναι ήδη αργά. Ευχάριστη έκπληξη το “δεύτερο φινάλε” που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση και είναι προσωπικά η συγκλονιστικότερη σκηνή της ταινίας, ακόμα καλύτερη και από το βίαιο λιθοβολισμό.
είναι πραγματικά συγκλονιστική. Μαζί τους στο ρόλο του δημοσιογράφου ο James Caviezel.
Έχουμε πλέον συνηθίσει τα μοντέλα να γίνονται ηθοποιοί αλλά πρώτη φορά ακούμε ένας σχεδιαστής μόδας να μπαίνει τόσο αιφνιδιαστικά στο παγκόσμιο κινηματογραφικό χώρο και μάλιστα με ένα προσωπικό project που έχει γράψει, έχει σκηνοθετήσει και έχει κάνει και τη παραγωγή ο ίδιος, και αυτός δεν είναι άλλος από τον Tom Ford. Το μόνο που γνωρίζω για αυτόν είναι ότι είναι επιτυχημένος στη δουλειά του και αν δεν είχε κάνει μια eye-candy φωτογράφιση πριν μερικά χρόνια με τις Scarlett Johansson και Keira Knightley, πιθανότατα να μη γνώριζα καν το όνομά του. Πάντως γεγονός είναι ότι το A Single Man είναι η πρώτη του προσπάθεια, και το μόνο που μένει είναι να δούμε πόσο καλά τα κατάφερε.
παραδεχτώ. Αλλά όσο υπάρχει κάτι να πει, έχει και κάτι να δείξει. Ο περφεξιονισμός του Λος Άντζελες της δεκαετίας του ‘60 βασιλεύει σε κάθε σκηνικό, σε κάθε πλάνο και κυρίως σε κάθε κουστούμι. Όταν όμως μετά το πρώτο μισάωρο έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει, και κυρίως τι πρόκειται να συμβεί, τα λεπτά περνάνε αργά και βασανιστικά. Ο Ford δεν έχει να πει τίποτα εκτός από το να δείξει ξανά και ξανά το ανδρικό σώμα θαυμάζοντάς το από κάθε γωνία το οποίο το μόνο που μου προκάλεσε είναι τη κατανόηση γιατί οι γυναίκες δε θέλουν να έρθουν σε ταινίες με τη Megan Fox!
Δυστυχώς το μόνο που έχει να μας δείξει το A Single Man είναι εξαιρετική και δικαίως οσκαρική ερμηνεία του Colin Firth. Πειστικός, οριακά δραματικός με ένα “γαλαζοαίματο” και ταυτόχρονα “λιμανίσιο” ύφος που είναι πραγματικά θαυμαστό. Αλλά μέχρι εκεί… Ο Ford προσπαθεί να μας θαμπώσει με τις τεχνικές του αλλά η κινηματογραφική δημιουργία θέλει κάτι παραπάνω.